Μια περιπέτεια τριών αξιόλογων πινάκων ζωγραφικής σε χασαποταβέρνα της Δάφνης

Λόγω του εξαιρετικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει και για μας, αναδημοσιεύουμε αυτούσια την από 7/10/2014 ανάρτηση από το site ΖΑΤΟΥΝΑ NEWS (http://www.zatounanews.gr).

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ τριών ΠΙΝΑΚΩΝ ΚΑΙ Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΕΝΟΣ ΖΑΤΟΥΝΙΤΗ

Από το αρχείο της εφημερίδας «Ζάτουνα», θα παρουσιάσουμε την περιπέτεια τριών αξιόλογων πινάκων ζωγραφικής, γνωρίζοντας παράλληλα και τον σημαντικό καλλιτέχνη ζωγράφο, αλλά ακόμη περισσότερο όλα εκείνα τα αισθήματα που ένοιωθε ένας ζωέμπορας – ταβερνιάρης στη Δάφνη, για τον Ζατουνίτη πεθερό του, που του είχε δώσει προίκα το σπίτι του και του είχε κάνει δώρο αυτούς τους πίνακες, των οποίων αγνοούσε και αδιαφορούσε για την πραγματική τους αξία.

Πολύτιμη βοήθεια, σ’ αυτό το μικρό μας «ταξίδι» το παλιό δημοσίευμα του δημοσιογράφου Βασίλη Καββαθά, στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», πριν τρεις και… δεκαετίες, εποχή, κατά την οποία οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μας, ήταν όλοι τους ζωντανοί.

Ας πάρουμε το κουβάρι από την αρχή!

gsoulelesΓεώργιος Σουλελές

Στο Μοναστηράκι, στην Αθήνα, δίπλα από τις γραμμές του τραίνου, ο Ζατουνίτης Γεώργιος Σουλελές, διατηρούσε παλαιοπωλείο. Είχε μια μάντρα στην οποία εμπορευόταν παλαιά ιδίως σίδερα από οικοδομές, αλλά και άλλα αντικείμενα. Αρκετές φορές έφταναν στη μάντρα του αξιόλογα αντικείμενα, τα οποία αγόραζε και στη συνέχεια τα πουλούσε, καθότι αυτό ήταν το επάγγελμά του. Κάποιες φορές δεν είχε ιδιαίτερη γνώση της πραγματικής αξίας και της σπανιότητας που είχαν ορισμένα αντικείμενα. Αγόραζε από παλιές μονοκατοικίες της Αθήνας, που επρόκειτο να κατεδαφιστούν για να γίνουν οικοδομές, ότι αυτός νόμιζε ότι του ήταν χρήσιμο, ιδιαίτερα σιδεριές διακοσμητικές. Κάποια περίοδο εργαζόταν στη μάντρα του και ο Δημήτρης Σουλελές, ανιψιός του, γιος του πρώτου του ξαδέλφου από την Ζάτουνα, Θανάση Σουλελέ. Ο Γεώργιος Σουλελές ήταν γεννημένος στη Ζάτουνα το 1894 και, γονείς του ήταν ο Κωνσταντίνος και η Ζαφείρω. Όταν αποσύρθηκε από την επαγγελματική δραστηριότητα, αγόρασε στη Ζάτουνα το 1967, το σπίτι του Ανδρέα Σινόπουλου. Το πούλησε στον Νίκο Σχίζα το 1976. Οι Ζατουνίτες τον ενθυμούνται ως ενθουσιώδη, κεφάτο και φιλότιμο.

Τρεις πίνακες ζωγραφικής, πάνω σε μουσαμά, βρέθηκαν κάποια ημέρα στα χέρια του. Η απεικόνιση των θεμάτων τον ενθουσίασε: πρωτότυπη ζωγραφική, μεγάλοι πίνακες με αληθινές εικόνες, ζωντανά πρόσωπα, περίπλοκες ιστορίες. Ιδιαίτερα αυτών των γυμνών νεαρών γυναικών. Δεν σκέφτηκε να τους πουλήσει! Τους έκανε δώρο στον γαμπρό του, που εκείνη την περίοδο διατηρούσε στην Δάφνη (Αθηνών) χασαποταβέρνα. Ο ταβερνιάρης γαμπρός του, τους τοποθέτησε μπροστά από τα βαρέλια με το κρασί, ως ντεκόρ, έτσι ώστε να τους βλέπουν οι ηλικιωμένοι πελάτες της ταβέρνες. ‘Τέρψη οφθαλμών’.

Ο Γεώργιος Σουλελές, μαζί με την γυναίκα του Βάσω δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Είχε όμως υιοθετήσει την ανιψιά του, την Ζαχαρούλα. Την κόρη του αδελφού του. Αυτή την πάντρεψε με τον αγράμματο ζωέμπορα και ταβερνιάρη, από τον Μαραθώνα, τον Θανάση Τσούτσουρα, που διατηρούσε την ταβέρνα του στη Δάφνη, στο ισόγειο του σπιτιού του Σουλελέ. Έτσι ο Θανάσης Τσούτσουρας, έγινε γαμπρός του Σουλελέ.

tsoutsourasΘανάση Τσούτσουρας

Κάποια μέρα ως πελάτης στο μαγαζί του Θανάση Τσούτσουρα , ήρθε ο παλαιοπώλης Μοιραράκης. Μόλις είδε τους πίνακες τους αξιολόγησε και χωρίς ιδιαίτερη διαπραγμάτευση σε μια πάρα πολύ μικρή τιμή τους αγόρασε. ‘Άλλο που δεν ήθελε ο ταβερνιάρης, παρά μονάχα τα χρήματα, αφήνοντας έτσι τα βαρέλια του γυμνά, αλλά στερώντας και από τα μάτια της γηραιάς πελατείας του τις γυμνές των πινάκων! Ο Μοιραράκης τους πούλησε στον συντηρητή έργων Τέχνης στο Λονδίνο, Σταύρο Μιχαλαριά. Οι πίνακες ήταν σε κακή κατάσταση. Η τσίκνα τους είχε διαβρώσει και δεν θα αντέχανε για πολύ ακόμη στην ταβέρνα. Κατά τον Μιχαλαριά, τέτοιοι πίνακες διατηρούνται κάτω από ειδικές συνθήκες στα μουσεία, με αιρ-κοντίσιον κ.λ.π

Ο Μιχαλαριάς, εντόπισε και τον αξιόλογο ζωγράφο τους, που δεν ήταν άλλος από τον γνωστό Λευκαδίτη αγιογράφο-ζωγράφο, Σπύρο Γαζή, ο οποίος είχε φιλοτεχνήσει αυτούς τους πίνακες, όταν θα ήταν50-60 χρόνων. {Στο τέλος του άρθρου θα γνωρίσουμε εν συντομία, τον ονομαστό αγιογράφο-ζωγράφο}. Μετά την απόκτηση των πινάκων, ο εκτιμητής έργων Μιχαλαριάς συνοδευόμενος από τον γνωστό δημοσιογράφο Βασίλη Καββαθά, ήρθαν κάποια μέρα ως πελάτες στην ταβέρνα του Τσούτσουρα, για να τον γνωρίσουν και, περισσότερο για να μάθουν περισσότερα για τον τρόπο που απέκτησε αυτούς τους τρεις πολύτιμους πίνακες, και ποιος άραγε να ήταν ο κάτοχός τους και που χωρίς καμία ευαισθησία τους αποχωρίστηκε. Την επίσκεψη αυτή στην ταβέρνα, ο δημοσιογράφος την κατέγραψε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», όπου εργάζονταν, ως ρεπορτάζ.

Ο τίτλος εκείνου του δημοσιεύματος ήταν: «ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ ΓΑΖΗ ΣΕ ΧΑΣΑΠΟΤΑΒΕΡΝΑ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ!». Παρουσίαζε παράλληλα την φωτογραφία του ταβερνιάρη, Αθ. Τσούτσουρα, τον Σταύρο Μιχαλαριά στο εργαστήρι του και φυσικά τους τρεις πίνακες. Ας δούμε την περιγραφή αυτή, που ως Ζατουνίτες μας αφορά, αφού όπως προαναφέραμε εμπλέκεται και ο Ζατουνίτης Γεώργιος Σουλελές.

Έγραψε, ο Βασίλης Καββαθάς:

«… φτάσαμε στην ταβέρνα και καθήσαμε σε μια άκρη, παραγγείλαμε «μεζέ και κρασί» και ζητήσαμε να έρθει και να κάτσει μαζί μας ο ιδιοκτήτης- για να συζητήσουμε. Ήρθε και συστήθηκε…

_Αθανάσιος Λ. Τσούτσουρας, από τον Μαραθώνα Αττικής, ζωέμπορας.

Απάντησε ο επικεφαλής της παρέας μας.

_Σταύρος Μιχαλαριάς, από το Λονδίνο, συντηρητής έργων τέχνης… Μπορείτε να μας πείτε κ. Τσούτσουρα, πως βρέθηκαν αυτοί οι πίνακες στα χέρια σας;

_ Τσούτσουρας: Ποίοι πίνακες;

_ Μιχαλαριάς: Αυτούς που πουλήσατε.

_ Τσούτσουρας: Αυτοί είναι στο χωριό στον Μαραθώνα..

-Μιχαλαριάς: Αφού τους έχω εγώ. Νάτοι…

(Βγάζει τις φωτογραφίες των πινάκων, ο Μιχαλαριάς, και τις δείχνει στον συνομιλητή του).

_ Τσούτσουρας: Α, μάλιστα.. Εσείς, λοιπόν τους πείρατε;

-Μιχαλαριάς: Ναι και θα ΄θέλα μόνο να μάθω πως έγινε και βρέθηκαν στα χέρια σας;

_Τσούτσουρας:Τους είχε ο πεθερός μου, αλανιάρης της Αθήνας ήτανε. Καταγότανε από την Ζάτουνα Γορτυνίας, από εκεί που λένε άλλα το πρωί και άλλα το απόγευμα…

_Μιχαάριάς: Δηλαδή τι δουλειά έκανε;

_Τσούτσουρας: Γυαλωπόλης – παλιατζής, χρεωμένος μέχρι το λαιμό. Του τα ‘τρώγαν οι γκόμενες. Μια μέρα γύρισε και χωρίς το άλογο… Άκληρος- είχε υιοθετήσει την γυναίκα μου, ήτανε του αδελφού του παιδί. Δεν μας άφησε τίποτα εκτός από τα κάνδρα… Κουβαρντάς!

_Μιχαλαριάς: Με άλλα λόγια τους πήρε η γυναίκα σας προίκα;

_Τσούτσουρας: Ναι, μαζί με αυτό το μαγαζί..

_ Μιχ: Έτσι σας τα’ δωσε, όπως είναι σήμερα, με τις κορνίζες τους;

_Τσούτσουρας: Όχι τα πήραμε σε ρολά. Εμείς τα κορνιζάραμε και τα κρεμάσαμε μέσα εδώ για στολίδι.

Μιχ: Ήξερε από έργα ο πεθερός σας;

_Τσούτσουρας: Ούτε εκείνος ούτε εμείς ξέραμε. Ο πεθερός μου ήταν ντιπ αγράμματος. Ούτε την υπογραφή του δεν ήξερε να βάζει. Όσο για μας, αν μας δίνανε τότε ένα χιλιάρικο θα τα ΄χαμε δώσει….. Εφτά χιλιάδες να΄ χανε, πενήντα χιλιάδες να’ χανε, μια δραχμή τελοσπάντων να κάνανε, εμένα δεν μου καίγετε καρφί… Μου αρκούσε το γεγονός ότι τα είχε φέρει αυτός ο χάλιας ο πεθερός μου, που καταγόταν από τον Ισθμό και κάτω, όπου ως γνωστόν δεν υπάρχει ένας καλός.

_Μιχ: Είναι πολύς μεγάλης αξίας. Για τον πρόσθετο λόγο ότι είναι σπάνια κομμάτια (για την θεματογραφία, την τεχνική τους). Και έπειτα, γιατί είναι φτιαγμένα από ένα γνωστό Λευκαδίτη ζωγράφο-αγιογράφο.

_Τσούτσουρας: Τα βλέπανε εδώ μέσα, ορισμένοι και λέγανε, το μακρύ τους και το κοντό τους. Μερικοί μας ρωτούσανε αν και πόσο τα πουλάμε. Κανένας, όμως, δεν έβαζε το χέρι στην τσέπη. Όλο λόγια ήτανε. Τρώγανε τις μπριζόλες, πληρώνανε και φεύγανε. Δεν τους έπαιρνε να μας τα ρίξουνε, και να τους πάρουνε…

_Μιχ: Εγώ προσωπικά μόλις τους είδα στα χέρια του Μοιραράκη είπα: Πολύ ωραία κομμάτια. Όσα και αν μου ζητήσει θα του τα δώσω. Είναι μουσειακά έργα. Όχι με την έννοια να τα βάλουμε σ’ ένα χώρο που να μην τα βλέπει κανείς. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτά τα κομμάτια πρέπει να τα βλέπει ο κόσμος. Και δεν ξέρω αν ήτανε καλύτερα απ’ αυτή την άποψη που τα πήραμε εμείς. Ή θα ήτανε προτιμότερο να τα’ αφήσουμε στην ταβέρνα, συντηρημένα… Εδώ γίνονται αφορμή για σχόλια. Προκαλούν αισθήματα…

_Τσούτσουρας: Πολλοί πελάτες έρχονταν εδώ για να δουν τους πίνακες. Ήτανε ηλικιωμένοι. Στύλωναν τα μάτια και ονειρεύονταν…

_Μιχ: Πόσα όνειρα πόσες σκέψεις, πόσες ιστορίες δεν φτιάχτηκαν πάνω σ’ αυτούς τους μουσαμάδες. Κι αυτές οι γυναίκες που απεικονίζουν; Ποιος ξέρει πόσο συντελούσαν στο να οργιάζει η φαντασία των πελατών…

-Τσούτσουρας: Το ΄63 έγραψε μια αθηναϊκή εφημερίδα ότι έχουμε γυμνές φωτογραφίες στην ταβέρνα. Μπούκαρε το Ηθών – μ’ έναν εισαγγελέα. «Ξέρετε ότι απαγορεύονται οι άσεμνες φωτογραφίες;» μας είπανε. «Μα είναι έργα Τέχνης κύριοι… του απαντήσαμε» «Έργα τέχνης και τα’ χετε εδώ μέσα; Δεν τα αφήνετε αυτά:». Φύγανε… Περιμέναμε τις συνέπειες- για τα άσεμνα. Μετά ήρθε ένας διοικητής του Τμήματος. « Γιατί έχετε εδώ αυτά τα γυμνά…;» Τα ίδια εμείς. «Μα κύριε Αστυνόμε, είναι έργα τέχνης..» Τα γυρίσαμε. «Μα έχουμε ηλικιωμένους πελάτες. Έρχονται εδώ και γεμίζουν τις μπαταρίες τους..»

_Μιχ: Εγώ νομίζω ότι εδώ έχει αποτυπωθεί το όνειρο του ζωγράφου –που ήτανε τότε που τα έφτιαχνε 50-60 χρόνων. ΄Ετσι συνέπεσε με το όνειρο των πελατών – των γερόντων. Αυτά τα πλαστικά κορμιά, που είναι δουλεμένα πάνω στο μουσαμά, δείχνουν την ευαισθησία και την τεχνική του ζωγράφου. Πιστεύω ότι οι ματιές των ταβερνόβιων πλανιόντουσαν πάνω σ’ αυτές τις καμπύλες και διερευνούσαν τις λεπτομέρειες. Εδώ η τεχνική έπαιρνε σάρκα και οστά – αποκτούσε ψυχή… Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ίσως συνειδητοποιήσει τι είχανε ακριβώς στα χέρια τους…

_Τσούτσουρας: Εγώ είπα στην κυρά και στα παιδιά: Μην τα πουλάτε. Πάρτε τα και πηγαίνετέ τα στο χωριό. Κρεμάστε τα εκεί να τα’ χετε. Δεν μ’ ακούσανε. Τα δώσανε τζάμπα. Εμένα όμως δεν μου καίγετε καρφί.

_Μιχ: Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το θέμα των πινάκων. Μοιάζουν να έχουν μια συνέχεια μεταξύ τους. Λες και έχουν ζωγραφιστεί για να εκτίθενται όλοι μαζί… Εικονίζουν ένα σκλαβοπάζαρο. Μια γυναίκα – σε ένα περίεργο πάρε δώσε… Δεν ξέρουμε δυστυχώς πολλά για την ιστορία. Ίσως μάθουμε κάποτε.

Ο δημοσιογράφος και ο Μιχαλαριάς, ζήτησαν επίμονα από τον ταβερνιάρη να δουν την γυναίκα του. Αυτός πάντα αρνητικός και με δικαιολογίες για την απουσία της, τις εργασίες της… δεν τους την γνώρισε τελικά. Μάτια η κάθε προσπάθεια τους. Ότι ήθελε η παρέα, πρόθυμα τους εξυπηρετούσε ο ίδιος… Πρόθυμα όμως τους ανάφερε πως την παντρεύτηκε. Του την έδωσε ο πατέρας του… «Δεν σήκωνε κουβέντα ο γέρος μου. Με δυο κομμένα πόδια να ήτανε, πάλι θα την έπαιρνα. Έχω άλλες πέντε αδελφές. Αυτός τις πάντρεψε. Σ’ αυτές έκανε διάνα. Σε μένα έκανε λάθος…».

_Μιχ: Μου κάνει εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος δεν δίνει δεκάρα, όπως λέει, για τα έργα. Είναι φανερό ότι δεν χώνευε τον πεθερό του, που τάδωσε προίκα στην κόρη του. Υπάρχει διάχυτη εδώ μια περιφρόνηση…. Εδώ διαπιστώνουμε ότι αυτά τα κομμάτια αποτελούσαν… κομμάτια της ιστορίας της χασαποταβέρνας, του ζωέμπορου, της οικογένειάς του…»

…..κάπου εδώ τελείωσε το ρεπορτάζ του γνωστού δημοσιογράφου Βασίλη Καββαθά, και ως επίλογο έβαλε την ανησυχία που εξέφρασε ο Τσούτσουρας, ότι δεν θα μπορέσει να διαβάσει το τι θα γραφτεί, καθ’ ότι ομολογεί ότι δεν ξέρει γράμματα. Ως επίλογο ο δημοσιογράφος, κατέγραψε το κατευόδιο του ταβερνιάρη:

«Να ‘ρθείτε στον Μαραθώνα. Έχω εκεί μια περιουσία μερικών εκατομμυρίων. Αυτά τα έργα δεν κάνουν ούτε μισό στρέμμα στον Μαραθώνα..»

Αχ! Και να ήξερε, την αξία τους…

Ο Ζατουνίτης, Γεώργιος Σουλελές, έμενε στην οδό Αλεξάνδρας στη Δάφνη, σε ιδιόκτητο σπίτι. Στο ισόγειο του οποίου ήταν, όπως προαναφέρθηκε, η ταβέρνα του Τσούτσουρα. Στο δώμα του σπιτιού αυτού, έμενε και ο επίσης νεαρός Ζατουνίτης, Δημήτρης Γεωργίου Μπαρκούρας, γεννηθείς το 1928, εισπράκτορας στα αστικά λεωφορεία, ο οποίος από τις αναθυμιάσεις ενός μαγκαλιού… πέθανε σε νεαρά ηλικία, το 1955. Το σπίτι που ο Γεώργιος Σουλελές, είχε δώσει προίκα στην κόρη του, σήμερα τα παιδιά της, συνεχίζουν την παράδοση του πατέρα τους και λειτουργούν ακόμη την ταβέρνα.

Ο Γεώργιος Σουλελές, έδινε ενεργά την παρουσία του και στον Σύνδεσμο Ζατουνιτών, στην Αθήνα. Πέθανε μετά… το 1980.

(Για τις όποιες πρόσθετες πληροφορίες, ευχαριστώ στον Γεώργιο Δ. Πισιμίση, του οποίου το πατρικό σπίτι στη Δάφνη, ήταν απέναντι από την ταβέρνα και, γνώριζε τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας!).

Ένα σύντομο βιογραφικό του Ζωγράφου:

Σπύρος Γαζής: Γεννήθηκε στην Λευκάδα το 1835. Την αγιογραφία την έμαθε κοντά στον αγιογράφο Νίκα στη Ζάκυνθο και την ζωγραφική κοντά στον συμπατριώτη του Πασαρά. Οι αγιογραφίες είναι μπολιασμένες από την τέχνη της Αναγέννησης και υπάρχουν σε πολλούς ναούς στην Λευκάδα. Σπούδασε και στην Βενετία. Υπήρξε τύπος ζωτικός και ένθερμος. Σε ορισμένα έργα του σημείωσε αξιόλογες επιτυχίες. Πίνακές του υπάρχουν στην Πρέβεζα, Ιθάκη, Λευκάδα, Καστό, όπου και η καλύτερη παραγωγή του. Η κόρη του Ουρανία Γαζή-Αρβανίτη, είναι και αυτή ζωγράφος. Ο Σπύρος Γαζής πέθανε το 1920.

Στις φωτογραφίες οι πίνακες, που όταν ήταν στην ταβέρνα του Τσούτσουρα, έδιναν τροφή στα όνειρα των πελατών του. Επίσης ο Αθαν. Τσούτσουρας στην ταβέρνα του και ο Γεώργιος Σουλελές, σε μεγάλη ηλικία.

pinakas1

pinakas2

Advertisements
Σχολιάστε

2 Σχόλια

  1. Τους θυμάμαι κι εγώ, αμυδρά βέβαια… όταν ήμουν μικρή πηγαίναμε στην ταβέρνα με τους γονείς και τους παππούδες μου!!
    ωραίο ανάρτηση Κατερινάκι!!

    Μου αρέσει!

    Απάντηση
  2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΣΙΜΙΣΗΣ

     /  22/10/2014

    Κι αυτός ο πίνακας με την ολόγυμνη γυναίκα ανφάς ! Αλήθεια πόσες κλεφτές ματιές να μου είχε αποσπάσει , κάθε φορά που – μικρό παιδί τότε – πήγαινα στη ταβέρνα για να πάρω κρασί…Και πήγαινα πολύ συχνά μάλιστα !
    Το πατρικό μας σπίτι στη Δάφνη ήταν ακριβώς απέναντι από τη Ταβέρνα , και επειδή η μητέρα μου γνώριζε την οικογένεια του Σουλελέ από τη Ζάτουνα ζήτησε το δωματιάκι στην ταράτσα του διώροφου σπιτιού των για τον αδελφό της τον Δημήτρη , που δυστυχώς έγινε ο τάφος του ! Ένα χειμωνιάτικο βράδυ έχασε τη ζωή του , από τις αναθυμιάσεις του μαγκαλιού που είχε ανάψει για να ζεσταθεί…Και τόσο νέος , μόλις 27 χρόνων !

    Μου αρέσει!

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: