Ο Μίμης Φωτόπουλος στο σανίδι του κινηματογράφου «ΝΑΝΑ» το καλοκαίρι του 1941 & η άγνωστη ιστορία της ζωής του

ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ«….Το καλοκαίρι του ’41 μαζευόμαστε ο Λεμός, η Γιατρά, η Γαρμπή, ο Χαραλαμπίδης, η Μεταξά, ο Καλλίδης, η Φανή Νικολαϊδου, ο Φύριος, ο Πούντας, εγώ και μερικοί άλλοι και στήνουμε τη σημαία μας στη “Νανά”, έναν κινηματογράφο της οδού Βουλιαγμένης.

Παίζουμε οι αθεόφοβοι, όλο το καλοκαίρι μέσα στα πρώτα …σκιρτήματα της πείνας, 52 έργα όλων των ειδών και ποιοτήτων. Κατά μέσο όρο τέσσερα έργα τη βδομάδα -από “Δύο ορφανές” μέχρι “Οθέλο”. Και τα βράδια, μετά την παράσταση, φεύγαμε μισοβαμμένοι και τρέχοντας πριν σταματήσει η κυκλοφορία. Έκανα τη διαδρομή από οδό Βουλιαγμένης – Πευκάκια σε είκοσι λεπτά. Φυσικά με τα πόδια. Γι’ αυτό λέω ότι το “τζόκινγκ” είναι κατοχική εφεύρεση….»

Αυτά έγραψε μεταξύ άλλων ο δημοφιλής κωμικός της χρυσής φουρνιάς του ελληνικού κινηματογράφου Μίμης Φωτόπουλος στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Το ποτάμι της ζωής μου», που κυκλοφόρησε το 1984 και στην οποία κατέγραψε τις χαρές και τις πίκρες της ζωής του. Από το ξεκίνημά του στη Zάτουνα το 1913, μέχρι πριν λίγο από το τέλος του. Μια ζωή 70 χρόνων, γεμάτα δημιουργία, ποίηση και έργο.

Μια ζωή «μάθημα ιστορίας»  για τις νεότερες γενιές.

Αξίζει να διαβάσουμε το παρακάτω απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του «Το ποτάμι της ζωής μου».

ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Η ΖΩΗ ΤΟΥ

FAFLATAS

Χαρακτηριστικό σκίτσο του «μάγκα» …μαζί με τον «φαφλατά» Λάμπρο Κωνσταντάρα… που λάβαμε από τον φίλο μας Γ. Πισιμίση

Ο μεγάλος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Μίμης (Δημήτρης) Φωτόπουλος γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1913 στη Ζάτουνα της Γορτυνίας…ήταν γιος του Νικολάου Φωτόπουλου από τη Ζάτουνα της Αρκαδίας και της Άννας Παπαδοπούλου από το Αίγιο. Τα παιδικά του χρόνια ήταν…δύσκολα, καθώς έμεινε νωρίς ορφανός από πατέρα. Ο πατέρας του γύρισε φυματικός από τον πόλεμο του 1912-13 και σε 40 μέρες πέθανε. Λίγο αργότερα πέθανε και η αδελφούλα του από κάποια παιδική ασθένεια, άγνωστο ποια.

Mετά από αυτά τα γεγονότα η μητέρα του αποφάσισε να πάρει τον ίδιο και τον αδελφό του και να μετακομίσουν στο Αίγιο. Εκεί, κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, έζησε τον ναυτικό αποκλεισμό των Αγγλογάλλων. Η οικογένεια επέζησε χάρη σε ένα τσουβάλι στάρι που έστειλαν από τα Καλάβρυτα οι αδελφές της γιαγιάς του.

Eπόμενος σταθμός της οικογένειας η Αθήνα, κοντά στις αδελφές της μητέρας του που ήταν μοδίστρες όπως και η ίδια η μητέρα του. Στην Αθήνα έζησε τα ζεστά αθηναϊκά καλοκαίρια που ο νερουλάς ερχόταν μια φορά την εβδομάδα να ανοίξει τη βρύση της γειτονιάς και τρέχανε οι νοικοκυρές να πιάσουνε θέση στην ουρά, ώστε να γεμίσουν κανάτια, στάμνες και τενεκέδες. Διασκέδαση εκείνη την εποχή ήταν οι υπαίθριοι κινηματογράφοι και οι παραστάσεις του Καραγκιόζη. Τις Απόκριες ντύνονταν όλοι στη γειτονιά μασκαράδες, ενώ την Καθαρά Δευτέρα έφευγαν «μακρινές» εκδρομές στο Γαλάτσι ή στο δάσος του Χαλανδρίου. Άπλωναν κάτω κουβέρτες και κουρελούδες κι έτρωγαν νηστήσιμα πίνοντας κρασί. Ύστερα γέμιζαν οι ουρανοί αυτοσχέδιους χαρταετούς. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο Φωτόπουλος είδε τους ρακένδυτους πρόσφυγες να φτάνουν στην Αθήνα, με τους τρισάθλιους μπόγους, και “την απόγνωση ζωγραφισμένη στα μάτια τους». Επειδή οι πρόσφυγες είχαν στεγαστεί και σε σχολεία, τα παιδιά έκαναν μάθημα στο ύπαιθρο. Όταν έβρεχε έκαναν μάθημα στην εκκλησία. Οι γυναικωνίτες όμως είχαν πρόσφυγες επάνω που έκαναν ησυχία ώστε να κάνουν μάθημα τα παιδιά! Το Νοέμβρη του 1922 άκουσε τους γείτονες να λένε πως ήρθαν να πάρουν για εκτέλεση τον πρώην πρωθυπουργό, Δημήτριο Γούναρη που νοσηλευόταν σε μια γειτονική κλινική στην οδό Ασκληπιού. Τέσσερα ή πέντε γειτονόπουλα, φίλοι του, πέθαναν από φυματίωση, γι’ αυτό η μητέρα του, μόλις έλαβε μια κληρονομιά, προτίμησε, αντί ν’ αγοράσει σπίτι, με τα λεφτά αυτά να τον στέλνει κάθε καλοκαίρι για τρεις μήνες στην Φτέρη, πάνω από το Αίγιο, ένα πανέμορφο χωριό μέσα στα έλατα. Εκεί περνούσε τα καλοκαίρια του δίπλα στα πλουσιόπαιδα της εποχής.

Και φτάνει η Κατοχή:

Το καλοκαίρι του ’41 μαζευόμαστε ο Λεμός, η Γιατρά, η Γαρμπή, ο Χαραλαμπίδης, η Μεταξά, ο Καλλίδης, η Φανή Νικολαϊδου, ο Φύριος, ο Πούντας, εγώ και μερικοί άλλοι και στήνουμε τη σημαία μας στη “Νανά”, έναν κινηματογράφο της οδού Βουλιαγμένης. Παίζουμε οι αθεόφοβοι, όλο το καλοκαίρι μέσα στα πρώτα …σκιρτήματα της πείνας, 52 έργα όλων των ειδών και ποιοτήτων. Κατά μέσο όρο τέσσερα έργα τη βδομάδα -από “Δύο ορφανές” μέχρι “Οθέλο”. Και τα βράδια, μετά την παράσταση, φεύγαμε μισοβαμμένοι και τρέχοντας πριν σταματήσει η κυκλοφορία. Έκανα τη διαδρομή από οδό Βουλιαγμένης – Πευκάκια σε είκοσι λεπτά. Φυσικά με τα πόδια. Γι’ αυτό λέω ότι το “τζόκινγκ” είναι κατοχική εφεύρεση.

Κι έρχεται ο χειμώνας του ’41. Εγώ πια αισθάνομαι ανάλαφρος και αεράτος σαν πούπουλο. Είναι από την πείνα. Κοντεύω να γίνω οδοντογλυφίδα. Μια μέρα τα μαζεύω και πάω στο Κιάτο απ’ όπου φέρνω δυο τσουβάλια σταφίδα για τους δικούς μου. Με τη σταφίδα καλμάρω λιγάκι, σκέφτομαι ψύχραιμα και φεύγω –Φλεβάρης του ’42- μ’ ένα μπουλούκι για το Ναύπλιο. Και ως συνήθως τα βρίσκουμε άλλη μια φορά σκούρα. Μας σώζουν τρεις παραστάσεις που δώσαμε για τους Ιταλούς στρατιώτες. Εμείς παίζαμε κάτι παμπάλαια νούμερα κι αυτοί δεν καταλαβαίνανε τίποτα. Είχαμε όμως και μια ντιζέζ, τη Ρενή Χανούμ, που τραγούδαγε ιταλικά τραγούδια με συνοδεία ορχήστρας αποτελουμένης από ένα ακορντεόν! Μα πληρώνανε σε είδος. Φασόλια, ρύζι, μακαρόνια, τυρί και πανιότες. Πανδαισία.

Η σύλληψη του ηθοποιού και η εξορία

Στα τέλη του 1944, τα Δεκεμβριανά είχαν ήδη ξεσπάσει στην Αθήνα. Οι συγκρούσεις των ανταρτών με τους Βρετανούς και τις κυβερνητικές δυνάμεις ήταν καθημερινές και σφοδρές. Πολλά σπίτια κάηκαν και χιλιάδες άνθρωποι, ακόμα και αμέτοχοι στη σύρραξη, βρήκαν τραγικό θάνατο. Ένα από τα σπίτια που παραδόθηκαν στις φλόγες, ήταν και αυτό του Μίμη Φωτόπουλου. Η απώλεια ήταν μεγάλη. Όχι μόνο γιατί ο ίδιος και ο αδελφός του βρέθηκαν στον δρόμο, αλλά και γιατί μέσα στο σπίτι τους, τα δύο αδέλφια είχαν μια τεράστια βιβλιοθήκη, με περοσσότερα από 2.000 βιβλία, που κάηκαν.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1945 ο Φωτόπουλος συνελήφθη από την αστυνομία, ως αριστερός, με μοναδικό επιβαρυντικό στοιχείο την κατάθεση ενός ταξιθέτη κάποιου θεάτρου στο οποίο είχε δουλέψει στο παρελθόν.

Τον είχε προδώσει ένας άνθρωπος του θεάτρου. Ο ίδιος έχει περιγράψει τη στιγμή της σύλληψης στο βιβλίο του, «το ποτάμι της ζωής μου»:

«Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του θεάτρου, ο Αποστόλης. Σε λίγο, να “μαι στα βάθη ενός κρατητηρίου. Βρισκόμουν βέβαια σε ένα αστυνομικό τμήμα, που στεγαζόταν σε κάποια πολυκατοικία κοντά στην οδό Αμερικής. Στην αρχή ήμουν ο μόνος ένοικος. Μα μέσα σε δύο ώρες,  αυτό το μπουντρούμι είχε γεμίσει με τόσο κόσμο, που δεν είχαμε αέρα να αναπνεύσουμε».

Λίγες μέρες αργότερα, οι κρατούμενοι φορτώθηκαν σε ένα καράβι και απέπλευσαν από το Φάληρο, με άγνωστο προορισμό. Μέσα στο πλοίο βρίσκονταν στοιβαγμένοι Έλληνες άντρες κάθε ηλικίας. Κανείς τους δεν γνώριζε που τους πήγαιναν.

«Μας βάλανε στα έγκατα του καραβιού και μας κλείσανε πίσω από καγκελωτές σιδερένιες πόρτες, με σκοπούς μπροστά να μας φυλάνε. Ότι σαλπάραμε, το καταλάβαμε από το τράνταγμα της προπέλας, καθώς έσκιζε τα νερά του Σαρωνικού.  Για που τραβάγαμε; Σίγουρα πάντως όχι για την Αίγινα».

Ο προορισμός ήταν η Ελ Ντάμπα της Αφρικής.

Εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μακριά από την Αλεξάνδρεια ανοίξανε -έτσι σαν στόμα του Άδη- οι αγκαθωτές πόρτες του στρατοπέδου. Είχαμε φτάσει στην Ελ Ντάμπα. Τέλος του ταξιδιού μας, συνέχεια του μαρτυρίου μας. Μπήκαμε στη σειρά δυο χιλιάδες φοβερά ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Έξι χιλιάδες όμηροι που βρισκόντουσαν στα κλουβιά, κατά μήκος ενός μεγάλου δρόμου, πλησιάσανε όλοι στα σύρματα, γαντζωθήκανε ο ένας πάνω στον άλλο -πουλιά φυλακισμένα- κι άρχισαν να φωνάζουν, να ρωτάνε απεγνωσμένα: -Κώστα, Κώστα, μήπως είδες τη γυναίκα μου; ο ένας. -Είναι κανείς σας από το Παγκράτι; ο άλλος. -Ρε Γιώργη, τα παιδιά μου τι κάνουνε; ο τρίτος. -Απ’ το Κατσιπόδι ποιος είναι; ο τέταρτος. -Πατέρα, πατέρα… εδώ είμαι…, ο πέμπτος. -Η μάνα μου ζει, Πέτρο; Ο έκτος…ο έβδομος… ο όγδοος… Έξι χιλιάδες στόματα μόνο ρωτούσανε για μάνες, για παιδιά, για αδέλφια – σπίτια διαλυμένα.

Η ζωή στο στρατόπεδο

Οι συνθήκες ζωής στην Ελ Ντάμπα ήταν πολύ δύσκολες. Το στρατόπεδο είχε στηθεί πρόχειρα σε αμμόλοφους της ερήμου. Οι Έλληνες, που δεν είχαν συνηθίσει το κλίμα της Αφρικής, δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν. Την ημέρα η ζέστη ήταν αφόρητη και το βράδυ η παγωνιά έκανε τους αιχμαλώτους να υποφέρουν. Οι υποδομές ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Οι εξόριστοι ζούσαν μέσα σε συρματοπλέγματα, που έμοιαζαν με τεράστια κλουβιά. Οι σκηνές δεν έφταναν για όλους, με αποτέλεσμα να συνωστίζονται για να κοιμηθούν.

Οι ψείρες έκαναν γρήγορα την εμφάνισή τους. Το φαγητό ήταν μια ακόμη δύσκολη εμπειρία για τους εξόριστους. Στην έρημο, οι αμμοθύελλες ήταν συχνές, με αποτέλεσμα πολύ συχνά οι εξόριστοι να μασάνε κόκκους άμμου, μέσα στο λιγοστό φαγητό που τους έδιναν. Όλοι έψαχναν διεξόδους, που θα κράταγαν ζωντανή την ελπίδα για ζωή. Ο Μίμης Φωτόπουλος βρήκε καταφύγιο στο θέατρο. «Καιρό τώρα σκεφτόμασταν, πως μας έλειπε κάτι το ουσιαστικό. Ήταν το θέατρο. Στο κλουβί μας υπήρχε ένας θεατρώνης, ένας υποβολέας κι ένας ηθοποιός. Μετά τις παραστάσεις που δώσαμε μες το κλουβί μας, φύγαμε για περιοδεία και στ’ απέναντι κλουβί».

Για αρκετό καιρό, ο Φωτόπουλος και η ομάδα του διασκέδαζαν τους υπόλοιπους κρατούμενους, κάνοντας κάτι δημιουργικό.

Οι μέρες κυλούσαν κι ενώ η ζωή στην Ελ Ντάμπα είχε μπει σε ένα ρυθμό, στην Ελλάδα, οι συγγενείς του ηθοποιού δεν είχαν καταφέρει να μάθουν τίποτα, για την τύχη του αγαπημένου τους.

«Μας δώσανε από ένα επιστολόχαρτο να δώσουμε στους δικούς μας, ένα μήνυμα που θα ‘βαζε τέλος στην αγωνία της μάνας μου. «Μάνα μου, βρίσκομαι στην Αφρική, στα σύρματα, χωρίς να ξέρω γιατί. Μ’ αρπάξανε βάναυσα μέσα από τη ζεστασιά σας. Είμαι καλά. Όμως, η σκέψη μου είναι όλες τις ώρες κοντά σας. Γράψτε μου αμέσως δυο λέξεις, να μάθω κάτι για σας. Η αγωνία μου είναι τέτοια, που δεν περιγράφεται».

Η ίδια αγωνία κυρίευε όλη την οικογένεια. Έτσι, όταν ο ηθοποιός επέστρεψε, τον Μάρτιο του 1945, η ξαδέλφη του που τον αντίκρισε πρώτη, ξαφνιάστηκε τόσο, που της έπεσε από τα χέρια το ταψί με το φαγητό που κρατούσε.

Ήταν 25η Μαρτίου και ο Φωτόπουλος θεώρησε τη μέρα εκείνη, σημάδι της μοίρας.

Η περιπέτεια του ηθοποιού είχε αίσιο τέλος, αλλά ο ίδιος δεν ξέχασε ποτέ τη σκληρή εμπειρία της εξορίας.

Γι’ αυτό, η περιγραφή της περιόδου εκείνης στο βιβλίο του, είναι πολύ ζωντανή.


ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ “ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


 the best.gr, news.wordpress.com

Σχολιάστε

4 Σχόλια

  1. Σχόλιο που λάβαμε από Γιώργος Πισιμίσης (https://www.facebook.com/pissimissis?fref=photo) Κατερίνα , σ’ ευχαριστώ πολύ για το αφιέρωμά σου στον συμπατριώτη μου Μίμη Φωτόπουλο, που είχα την τύχη να τον συναντήσω και να συνομιλήσω μαζί του στη Ζάτουνα, λίγο πριν πεθάνει …Σου αφιερώνω ένα χαρακτηριστικό σκίτσο του «μάγκα» …μαζί με τον «φαφλατά» Λάμπρο Κωνσταντάρα…

    Φωτογραφία του Γιώργος Πισιμίσης.

    Μου αρέσει!

    Απάντηση
  1. Μίμης Φωτόπουλος 20.4.1913 – 29.10.1989. Ο Φωτόπουλος στο σανίδι του κινηματογράφου «ΝΑΝΑ» το καλοκαίρι του 1941 & η άγνωστη ιστορία της ζωής του | Νέ
  2. Μίμης Φωτόπουλος 20.4.1913 – 29.10.1989. Ο Φωτόπουλος στο σανίδι του κινηματογράφου «ΝΑΝΑ» το καλοκαίρι του 1941 & η άγνωστη ιστορία της ζωής του | Νέ
  3. Μίμης Φωτόπουλος 20.4.1913 – 29.10.1989. Ο Φωτόπουλος στο σανίδι του κινηματογράφου «ΝΑΝΑ» το καλοκαίρι του 1941 & η άγνωστη ιστορία της ζωής του | Νέ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: