15 Αυγούστου. Της Παναγιάς …

15.8

ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Επιμέλεια άρθρου , Αναδημοσίευση από tovivlio.net

Στο άσπρο χωριουδάκι, μικρό σαν κουφέτο, η καμπάνα χτυπά. Η γιαγιά μου αφήνει την κατσαρόλα και κάνει το σταυρό της. «Κάνε κι εσύ» μου διατάζει το βλέμμα της. Αφήνω το παιχνίδι μου και κάνω κι εγώ έναν βιαστικό. Η μυρωδιά από το κρέας μού έχει σπάσει τη μύτη. Θέλω να τη ρωτήσω αν θα τηγανίσει και πατάτες αλλά είναι τόσο απορροφημένη από τον ήχο της καμπάνας που νιώθω ότι θα γίνω το λιγότερο ενοχλητική. Η μάνα μου πηγαινοέρχεται σιδερώνοντας παντελόνια και φουστάνια και το μωρό μας κυλιέται στο πάτωμα πάνω αλατίζοντας το σώμα του με τη χτεσινή αλμύρα της βραδινής βουτιάς μας στη θάλασσα. «Θα με πιάσειιιιιιιιιιιιιιις» φώναζα στον πατέρα μου σαν βούταγα από το βράχο. Εκείνος άπλωνε τα χέρια του δήθεν για να με πιάσει και σαν έφτανα στο νερό έκανε στην άκρη και με άφηνε να μπαίνω μέσα στο βυθό. Άνοιγα τα μάτια και κρατούσα όσο πιο πολύ μπορούσα την ανάσα μου για να δω όσα πιο πολλά μπορώ εκεί μέσα. Να νιώσω ότι είμαι δικιά τους.

Της Παναγιάς και φοράμε όλοι τα καλά μας. Ακόμα και το μωρό έχει τυλιχτεί με μια κορδέλα στα ανύπαρκτα μαλλιά του. Φοράμε όλοι μας το σταυρό στο λαιμό μας. Αλίμονο κι αν δεν το φοράγαμε, θα την είχαμε ακούσει για τα καλά από τη γιαγιά μας. Λίγο πριν φύγουμε από την Αθήνα, η μάνα το έλεγε και το ξαναέλεγε. «Τους σταυρούς μην ξεχάσουμε για την Παναγιά!». Για την Παναγιά. Ναι. Φτάναμε καμαρωτοί καμαρωτοί στο εκκλησάκι του χωριού, τη Μητρόπολη, «η τετράς» όπως έλεγε η γιαγιά και μας καμάρωνε με εκείνο το βιαστικό δάκρυ που σκούπιζε αμέσως και μετά μας σταύρωνε και μας έφτυνε για το μάτι.

Στην εκκλησιά έμπαινα για λίγο. Να ανάψω κερί και για να φιλήσω τις εικόνες. Ύστερα έβγαινα έξω που με περίμενε ο Μανώλης με τη Λένα από πίσω για να πετάμε πέτρες στα άδεια στενά από κάτω κάνοντας διαγωνισμούς για το ποιος θα τις φτάσει πιο μακριά. Καιγόμασταν από τον Αυγουστιάτικο ήλιο δίχως καπέλα και αντηλιακά αλλά εκείνη τη μέρα καμιά μάνα δε μας κυνήγαγε να μας τα βάλει σώνει και καλά. Ύστερα μόλις τέλειωνε η λειτουργία, βουτάγαμε στα σακιά με τον άρτο και παίρναμε ο καθένας από ένα τεράστιο κομμάτι. Γέλαγε ο μπαρμπα Στρατής που τα μοίραζε. «Μωρέ ήθελα να ‘ξερα πού θα το χωρέσετε τόσο ψωμί!». Τους παίρναμε γελώντας και τρέχαμε για το απέναντι καφενείο. Γκαζόζα και παγωτό μαζί με τον άρτο από το χαρτζιλίκι μας. Της Παναγιάς όλα επιτρέπονταν.

Ύστερα φεύγαμε όλοι μαζί για πάνω, για τα σπίτια μας. Κάθε σπίτι μοσχομύριζε. Και όποιο δε μοσχομύριζε ήταν γιατί θα πήγαινε επίσκεψη στο άλλο. Ναι… εκεί στο χωριό τα σπίτια έμπαιναν το ένα στο άλλο. Έτσι το ένιωθα. Βάζανε πόδια και καλημέριζαν ή καλησπέριζαν στο κατώφλι του διπλανού ή του παραδιπλανού για βεγγέρα και καρπούζι ή για φαγητό και κρασί. Για ό,τι.

Μπαίναμε ξαδέρφια και ξαδέρφια και ενώναμε τα τραπέζια με τη γιαγιά να φωνάζει «Φέρε το ένα φέρε το άλλο» και τη μαμά μου να μουρμουρά χαμηλόφωνα. Ο πατέρας μου την κοίταζε χαμογελώντας και έπινε τον ελληνικό του φτιαγμένο από τα χεράκια του αδερφού του κι ύστερα καθόντουσαν οι δυο τους και λέγανε ιστορίες και ιστορίες. Δε με ένοιαζε και πολύ τι λέγανε. Μου έφτανε που τους άκουγα. Σαν μουσική που συνόδευε τη δική μου φαντασία. Καθόμασταν όλα τα πιτσιρίκια και παίζαμε με τα κουνέλια της γιαγιάς. Κι ύστερα με μια ντομάτα στο χέρι από τον κήπο της, πασαλειβόμασταν και γελάγαμε δυνατά. Και λίγο πιο μετά ένα τεράστιο πιάτο με φρεσκοτηγανισμένες πατάτες ερχόταν στο δικό μας τραπέζι και αρχίζαμε τα χορευτικά στο στόμα μας μέχρι να κρυώσουν.

Της Παναγιάς και τα ποτήρια πότε λευκά και πότε κόκκινα ηχούσαν ευχές και γέλια. Και να ‘σου τα αστεία και οι ιστορίες και να σου τα τραγούδια τα μεθυσμένα. Κι ύστερα ερχόταν η ώρα του γλυκού. Και όχι μόνο ενός γλυκού. Γιατί όλοι είχανε φέρει από κάτι. Και γέμιζαν τρία τραπέζια γλυκά και τα σάλια μας τρέχανε μέχρι κάτω. Ποτάμι χαράς. Μας έβλεπε η γιαγιά κι ο παππούς και γελάγανε. «Ελάτε…τι τα κοιτάτε;» φώναζε η γιαγιά με ένα μαχαίρι έτοιμο να σφάξει το κάθε γλυκό και να μας κεράσει.

Κι ύστερα, μετά από γλυκά και καφέδες χορτασμένοι από τη μέρα, παίρναμε τα αυτοκίνητα και πηγαίναμε τρία χιλιόμετρα κάτω στη θάλασσα. Καθόμασταν όλοι σε ψάθες και ξαπλώστρες χωρίς να έχουμε καν το κουράγιο να βουτήξουμε από τόσο φαγητό. Εμείς μόνο η πιτσιρικαρία παίζαμε με τα κύματα. Πάντα μα πάντα κάθε Παναγιά, η θάλασσα άχνιζε και σήκωνε κύμα τα απογεύματα. Θαρρείς πως ήθελε κι η Παναγιά να παίξει μαζί μας. Θαρρείς πως το περίμενε να μπούμε με τα ρούχα μας μέσα. Θαρρείς πως λαχταρούσε τις φωνές μας.

Της Παναγιάς και σήμερα και εγώ που δεν είμαι εκεί σε τούτο το νησί να γιορτάζω μα και που σε γεμίζω με εικόνες που δεν έχω ποτέ μου γευτεί, θαρρώ πως κάποιο χέρι θεϊκό με έβαλε σήμερα να σου ζωγραφίσω μια εποχή σα να ήταν δική μου ανάμνηση για να σου ευχηθώ. Να έχεις το παιχνιδιάρικο χέρι της Παναγιάς, την ευχή στο ποτήρι, να τρέχουν τα σάλια σου για μια γλυκιά προσμονή και να γεμίζεις χάχανα το προαύλιο της εκκλησιάς της ψυχής σου, να ομορφαίνει ο κόσμος…

 

Χρόνια Πολλά…

Advertisements
Σχολιάστε

2 Σχόλια

  1. Χρόνια πολλά σε όλους με υγεία!

    Μου αρέσει!

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: