Απόκριες στη Δάφνη … μιας άλλης εποχής

 

 

 

Η φωτογραφία τραβήχτηκε στη Δάφνη, το 1961. Κάπου στην Εθνάρχου Μακαρίου, έτσι λέγεται σήμερα, δεν θυμάμαι πώς λεγότανε τότε, μπροστά από ένα μαγαζί με είδη προικός. Την τράβηξε ο θείος μου ο Γιώργος, αδερφός του πατέρα μου, ναυτικός, με μια υπέροχη φωτογραφική μηχανή που είχε φέρει από την Ιαπωνία, με πλάκες, στηριγμένη πάνω σε ένα τριπόδι.

Τότε, λοιπόν, αφήναμε τη φαντασία να μας ταξιδέψει και προτιμούσαμε φορεσιές άλλων λαών, σε τόπους μακρινούς, εκεί που θα θέλαμε να φτάσουμε κάποια μέρα… Η Ελένη, γιαπωνέζα, αυθεντική «στολή» που είχε φέρει ο θείος από τα τουριστικά μαγαζιά κάποιου λιμανιού της Ιαπωνίας, η Ευγενία «Αμαλία», η Ζωή, Τιρολέζα, η Γιαννέτα, δεν ξέρω τι, ανατολίτισσα πάντως, γιατί η μαμά της τής είχε φορέσει μια μακριά μαντήλα πάνω από ένα πολύχρωμο φουστάνι. Η μικρή μου αδερφούλα που μας έχει αποχαιρετήσει εδώ και αρκετά χρόνια, πριγκίπισσα. Το αγόρι, δεν ξέρω ποιο είναι, πολύ πιθανόν ο αδερφός της Ζωής.

Καθόμουν πίσω από τις γρίλιες, δίπλα στο ραδιόφωνο (πάντα!) και περίμενα να περάσει το γαϊτανάκι από το δρόμο μας, σαν τρελή. Φανταζόμουν διάφορα μαγικά πράγματα να συμβαίνουν στην κοιλιά του, μέσα στα κουρέλια που το έντυναν, και θαύμαζα τα πόδια του – τέσσερα πόδια να περπατάνε με τον ίδιο ρυθμό και να μη χάνουν το βήμα τους. Τότε, το γαϊτανάκι ήταν ένα ζώο μαγικό από άλλον πλανήτη, που ερχόταν κάθε χρόνο τις μέρες της Αποκριάς και χόρευε σ’ αυτόν τον τρελό ρυθμό που βαράγαν τα νταούλια (αχ, τα νταούλια!), στολισμένο με πολύχρωμες κορδέλες, για να μας πάρει μαζί του, αλλού… Και ήμαστε ένα τσούρμο παιδιά που τρέχαμε πίσω του. Παιδιά μασκαρεμένα με «στολές» που φοράνε στα μέρη που προσμέναμε να μας οδηγήσει το όνειρο… Μέχρι να ακουστεί η φωνή από κάποιο σπίτι – συνήθως ήταν από το δικό μου και ήταν η φωνή της μάνας μου:

  • Ελένηηηηη… φτάνει, γύρνα πίσω!

Τη δεύτερη, την τρίτη, την τέταρτη φορά, με φώναζε νευριασμένη και με στόλιζε αναλόγως:

  • Γύρνα πίσω βρε σατανά, θα χαθείτε!

Ήμουν μια ατσούμπαλη, λίγο χοντρούλα, ξεροκέφαλη και ονειροπόλα πιτσιρίκα, που δεν άκουγε τίποτα και κανέναν και έκανε πάντα του κεφαλιού της. Γι’ αυτό και το χαϊδευτικό «σατανάς».

Δεν έχω συναντήσει ξανά από τότε, ούτε τη Ζωή, ούτε την Ευγενία, ούτε τη Γιαννέτα. Δεν ξέρω τι έχουν απογίνει… Την επόμενη χρονιά, το 1962, φύγαμε από τη συγκατοίκηση με τη γιαγιά στο Κατσιπόδι και ήρθαμε στο δικό μας σπίτι, στο Μπραχάμι. Στον τόπο που αποχαιρέτησα οριστικά την παιδική ηλικία και άρχισε ο δύσκολος δρόμος της εφηβείας, στα χρόνια της δεκαετίας του ’60. Το κατάστημα με τα είδη προικός που μπροστά του βγάλαμε τη φωτογραφία, δεν υπάρχει πια. Αλλά και να υπήρχε, θα έγραφε «Λευκά είδη» και
ίσως σήμερα, να ήταν ένα από αυτά που βάζουν λουκέτο.

Αυτό το καταραμένο λουκέτο! Μόνο στις αναμνήσεις μου δεν θα επιτρέψω να μπει. Καλή Αποκριά!


Το παραπάνω κείμενο της Ελένης Αποστολοπούλου καθώς και η φωτογραφία , προέρχεται από το  imaginistes.wordpress.com

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: