Το μοιραίο ξημέρωμα της 25ης Φεβρουαρίου 1973, όταν το έγκλημα συνάντησε τη μυθοπλασία, γεννήθηκε η «Παραγγελιά»

koemtzis-nikos

Ο Νίκος Κοεμτζής κρατώντας το βιβλίο του «Το μακρύ ζειμπέκικο», photo EUROKINISSI

Συμπληρώνονται 46 χρόνια από το έγκλημα που συγκλόνισε το Πανελλήνιο και δίχασε την κοινή γνώμη, στις 25 Φεβρουαρίου 1973. Ο Νίκος Κοεμτζής σκότωσε 3 ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους 7 στο νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα» για μια «παραγγελιά».

Ήμουν 18 χρονών. Ήταν μια Κυριακή του Δεκεμβρίου, έξω είχε καλή μέρα και κατηφόρισα στο Μοναστηράκι. Είχα περίπου τρεις μήνες που βρισκόμουν στην Αθήνα και ένα από τα πράγματα που ήθελα να κάνω στη νέα πόλη που θα γινόταν το σπίτι μου για τα επόμενα χρόνια, ήταν να τον συναντήσω. Κατέβηκα στην πλατεία, έψαχνα με το βλέμμα μου τη μορφή του, τον εντόπισα. Δεν ήταν και πολύ δύσκολο να τον αναγνωρίσω, είχα δει φωτογραφίες και βίντεο με συνεντεύξεις του. Καθόταν σε μια παλιά καρέκλα, τα γένια του ήταν άσπρα, φορούσε ένα σκουφί, το πρόσωπό του ήταν γερασμένο, το βλέμμα του κατεβασμένο, φαινόταν βαρύς και ταλαιπωρημένος. Ακριβώς μπροστά του είχε ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι και πάνω ήταν τα βιβλία του. Πλησίασα. Δεν ήξερα τι να πω, πώς να συμπεριφερθώ. Στεκόμουν σαστισμένη και τον κοιτούσα, περνούσαν εικόνες απ’ το μυαλό μου, «είναι δολοφόνος» σκεφτόμουν. Του χαμογέλασα, τον χαιρέτησα και του είπα ότι ήθελα να αγοράσω το βιβλίο. Ανέβασε το βλέμμα, χαμογέλασε, ξεκίνησε να ετοιμάζει το «προϊόν» και εκεί βρήκα το θάρρος να του πω πως γνωρίζω την ιστορία και ότι θα ήθελα να μου μιλήσει. Δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω, δεν ήξερα τι περίμενα να μου πει, ούτε και τι ακριβώς εννοούσα όταν το είπα. Άρχισε να μου λέει διάφορα, σκόρπια, χωρίς ειρμό, θυμάμαι λέξεις, φράσεις και εμμονές, προσπαθούσε σε μόλις λίγα λεπτά να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή, που αφαίρεσε, όμως, τρεις. Τον κοιτούσα, τον άκουγα, δεν καταλάβαινα. Αστυνομία, φυλακή, αδελφός. Αυτά συγκράτησα, ίσως γιατί αυτά τον έκαιγαν. Προσπάθησε να μου πει ποιος ήταν, να μου εξηγήσει, να απολογηθεί. Σε ποιον; Σε μένα, που δεν του ήμουν απολύτως τίποτα. Ούτε αστυνομικός, ούτε δικαστής, ούτε συγγενής. Παρά ένα κοριτσάκι 18 χρονών που θέλησε να αγοράσει το βιβλίο του. Έκατσα 10 λεπτά και έφυγα με το βιβλίο στο χέρι. Δεν τον ξαναείδα από τότε.

 Το βιβλίο του

Το βιβλίο του «Το μακρύ ζειμπέκικο»

Ανάμεσα στις καλλιτεχνικές ανησυχίες της εφηβείας είχα ανακαλύψει την ιστορία του Νίκου Κοεμτζή. Μέσα από τα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου και την ταινία του Παύλου Τάσιου, είχα μάθει για το έγκλημα και τον άνθρωπο πίσω από αυτό. Έψαχνα, μάθαινα, αφομοίωνα. Το περιστατικό του μακελειού με συγκλόνισε. Στο εφηβικό μυαλό, μαζί με όλες τις μυθοποιήσεις που μπορούν να δημιουργηθούν – άθελά μας κάποιες φορές – είχε συμβεί κι αυτό. Και ίσως όχι μόνο στο δικό μου. Ένας άνθρωπος σκότωσε τρεις και τραυμάτισε άλλους 7, αλλά γύρω του είχε δημιουργηθεί ένας μύθος, που συντηρείται μέχρι και σήμερα. Ένα γεγονός και ένας άνθρωπος που επέδρασαν τόσο έντονα στην καλλιτεχνική κοινότητα, σε δημιουργούς και σε διανοούμενους, «γέννησαν» μια νέα ανάγνωση του εγκλήματος και της προσωπικότητας του αυτουργού του. Από μια μερίδα κόσμου ονομάστηκε «αντι-ήρωας» ή «λαϊκός ήρωας» ή «θύμα-θύτης της κοινωνίας και της εξουσίας», από μια άλλη μερίδα «δολοφόνος» ή απλώς «Νίκος Κοεμτζής». Διαφωνίες και κυρίως δίπολα πάντα υπάρχουν, έτσι ακόμη και στην περίπτωσή του, βλέπουμε έντονα το δίπολο και τις δύο διαφορετικές αναγνώσεις. Πού βρίσκεται η αλήθεια κανείς δεν το ξέρει και το ποια αντίληψη θα υιοθετήσει ο καθένας είναι δικό του θέμα. Παραμένει, ωστόσο, ακόμη και 46 χρόνια μετά το τραγικό βράδυ του μακελειού, μια ενδιαφέρουσα ιστορία που δίχασε την κοινή γνώμη και μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Πάντως, όπως κι αν ονομάστηκε μετέπειτα, όποιο προσωνύμιο κι αν του δόθηκε, το σίγουρο είναι πως στην εποχή του, την περίοδο του μακελειού, στην πλειονότητα των εφημερίδων της εποχής το όνομά του συνοδευόταν από τη λέξη «κτήνος» ή «σφαγεύς».

Το χρονικό του μακελειού

Ήταν βράδυ, ξημερώματα της 25 Φεβρουαρίου του 1973, απόκριες, και ο Νίκος Κοεμτζής είχε μόλις απελευθερωθεί, αφού το προηγούμενο διάστημα ήταν στη φυλακή για μικροκλοπές. Αποφάσισε, μαζί με τον αδερφό του, Δημοσθένη, και με την παρέα του, να γιορτάσει την ελευθερία του σε κάποιο νυχτερινό μαγαζί, επιλέγοντας το θρυλικό νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα» στην Κυψέλη. Το κλίμα στην παρέα του Νίκου ήταν τεταμένο, αφού είχε προηγηθεί καβγάς με την τότε σύντροφό του Σοφία Χαρατζή, ενώ η γενικότερη ατμόσφαιρα της ταραγμένης περιόδου της Χούντας, επηρέαζε σημαντικά τον ίδιο, καθώς είχε «μπει στο μάτι» των αρχών. Ο Νίκος ζήτησε από τον μικρότερο αδελφό του, στον οποίο είχε μεγάλη αδυναμία, τον Δημοσθένη, να σηκωθεί και να χορέψει μια «παραγγελιά» για χάρη του, παρόλο που προηγουμένως οι μουσικοί του κέντρου είχαν ανακοινώσει πως εκείνο το βράδυ δεν επρόκειτο να υπάρξουν «παραγγελιές». Η έντονη προσωπικότητα του Νίκου άλλαξε τα δεδομένα και ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού είπε στους τραγουδιστές πως, προκειμένου να μην υπάρξει κάποιο πρόβλημα, επιτρέπει τις «παραγγελιές». Οι πρώτες νότες από τις «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη ξεκίνησαν να ηχούν στην πίστα και ο Δημοσθένης άρχισε να χορεύει την «παραγγελιά» του, όπως όριζαν οι τότε «κανόνες της νύχτας». Μόνο που τους άγραφους αυτούς νόμους δεν σεβάστηκε μια παρέα αστυνομικών με πολιτικά, που καθόταν σε διπλανό τραπέζι και διασκέδαζε εκτός υπηρεσίας. Τα ήθη της εποχής και δη τα ήθη της νύχτας, όριζαν πως η «παραγγελιά» του ζεϊμπέκικου είναι προσωπική υπόθεση και πως χορεύεται κατά μόνας, αλλιώς επρόκειτο για ασέβεια και προσβολή. Ήταν θέμα τιμής. Η πίστα όπου χόρευε ο Δημοσθένης δεν άδειασε και η παρέα των αστυνομικών τον πλησίασε και τον παρενοχλούσε επιδεκτικά, σπρώχνοντάς τον και κοροϊδεύοντάς τον.

Ο ηθοποιός Αντώνης Αντωνίου ενσαρκώνει τον Νίκο Κοεμτζή στην ταινία «Παραγγελιά!» του Παύλου ΤάσιουΟ ηθοποιός Αντώνης Αντωνίου ενσαρκώνει τον Νίκο Κοεμτζή στην ταινία «Παραγγελιά!» του Παύλου Τάσιου

Όλα έγιναν σε μια στιγμή. 1,5 λεπτό ήταν αρκετό για να μετατραπεί η «Νεράιδα» από νυχτερινό κέντρο σε σφαγείο. Ο Νίκος με το που αντίκρισε τους αστυνομικούς να παρενοχλούν τον αδελφό του, έβγαλε τον σουγιά που είχε πάνω του και όρμηξε στην πίστα μαινόμενος, ουρλιάζοντας «Παραγγελιά ρε!». Σε κατάσταση αμόκ, τρελαμένος, σε απόλυτο παροξυσμό, έσφαζε όποιον έβρισκε μπροστά του, με το πλήθος να τρέχει πανικόβλητο να γλιτώσει από την φαλτσέτα του. Στο μαγαζί επικράτησε χάος και η πίστα της «Νεράιδας» βάφτηκε – κυριολεκτικά – κόκκινη, με τους δύο αστυνομικούς και έναν ακόμη άνθρωπο να κείτονται νεκροί, ενώ άλλοι 7 θαμώνες τραυματίστηκαν. Ο Νίκος κατάφερε να διαφύγει από το μαγαζί, αφού κάρφωνε όποιον βρισκόταν στο δρόμο του προς την έξοδο, ακόμη και τον αδελφικό του φίλο που προσπάθησε να τον ηρεμήσει όσο συνέβαινε το μακελειό, αφήνοντας πίσω του ένα άγριο και αιματοβαμμένο σκηνικό. Από εκείνο το μακελειό έχασαν την ζωή τους ο υπενωμοτάρχης Μανώλης Χριστοδουλάκης, 28 ετών, ο αστυφύλακας Δημήτρης-Μιχαήλ Πεγιάς, 31 ετών, (αμφότεροι υπηρετούσαν στο Α/Τ Άνω Λιοσίων και ήταν εκτός υπηρεσίας) αλλά και ο φανοποιός Γιάννης Κούρτης, 34 ετών, που επίσης διασκέδαζε με την παρέα των αστυνομικών. Ο Νίκος Κοεμτζής συνελήφθη λίγα 24ωρα μετά στη Δάφνη, ενώ προσπαθούσε να διαφύγει στο εξωτερικό. Η σύλληψή του ήταν επεισοδιακή, αφού, όταν τον περικύκλωσαν οι αστυνομικοί, έβγαλε μαχαίρι απειλώντας πως αν δεν τον σκοτώσουν, θα τους σκότωνε. Τότε, ένας από τους αστυνομικούς τον πυροβόλησε στο πόδι και η καταδίωξη έληξε.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΝΕΑ μετά τη σφαγή στη «Νεράιδα»Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΝΕΑ μετά τη σφαγή στη «Νεράιδα»

Η «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου

Ο Παύλος Τάσιος σκηνοθέτησε το 1980 την ταινία «Παραγγελιά!», εμπνευσμένος από το ειδεχθές έγκλημα του Νίκου Κοεμτζή. Μια ταινία- αριστούργημα, μέσα από την οποίο διαφαίνεται, όχι μόνο το περιστατικό του εγκλήματος, αλλά και η κοινωνικο-πολιτική κατάσταση της Ελλάδας κατά την περίοδο του 1973, η ψυχοσύνθεση του Νίκου Κοεμτζή, καθώς και η νοοτροπία που επικρατούσε τότε: οι ταξικές διαφορές, ο τρόπος διασκέδασης, οι κώδικες επικοινωνίας, η λαϊκή κουλτούρα, τα σκυλάδικα, οι μαγκιές, η τιμή. Μέσα από τη σκηνοθετική του ματιά καταφέρνει να κάνει το εξής: αφενός, αποδίδει ρεαλιστικά το χωρο-χρονικό πλαίσιο και υπόβαθρο του περιστατικού και, αφετέρου, φωτίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο τον βαθύτερο ψυχισμό και την ανθρώπινη υπόσταση του πρωταγωνιστή. Θα ήταν άστοχο, σίγουρο, να μιλήσει κανείς για μια βιογραφική ταινία ή για ένα ντοκιμαντερίστικο φιλμ. Η «Παραγγελιά!» «γεννήθηκε» όταν το έγκλημα συνάντησε τη μυθοπλασία. Ο Παύλος Τάσιος μοιάζει να δικαιολογεί μέσα από την ταινία του τον Νίκο Κοεμτζή ή μάλλον προσπαθεί να δείξει όλα εκείνα τα συναισθήματα που «φώλιαζαν» στην ψυχή του Νίκου και που τον οδήγησαν στο μεγάλο κακό. «Ντύνει» τη δολοφονία τριών ανθρώπων με τον μανδύα της αντίστασης κατά της εξουσίας, διανθίζοντάς την με τα ανατριχιαστικά και απολύτως ταιριαστά ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, με μουσική, εξαιρετικές ερμηνείες και με ένα σκηνικό γεμάτο καπνούς και αλκοόλ. Οι εύστοχες επιλογές των πρωταγωνιστών συνέβαλαν στο να θεωρείται η «Παραγγελιά!» ένα αριστούργημα, με τον Αντώνη Αντωνίου στον ρόλο του Νίκου Κοεμτζή να απογειώνει την ταινία.

Το παρελθόν του, η δίκη και το τέλος

Ο Νίκος Κοεμτζής είχε ανέκαθεν προβλήματα με την αστυνομία. Γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1938 στο Αιγίνιο Πιερίας από μια φτωχή οικογένεια και μεγάλωσε με δυσκολίες και κακουχίες. Ήταν γιος του Παναγιώτη και της Αναστασίας Κοεμτζή, οι οποίοι, λόγω της συμμετοχής τους στο ΕΑΜ επί Κατοχής, υπέστησαν διώξεις από τις κρατικές αρχές κατά την μεταπολεμική περίοδο. Το ξύλο στον πατέρα του, οι συνεχείς φυλακίσεις του κατά την περίοδο του εμφυλίου και το κυνηγητό, που οδήγησε την οικογένεια στο να μετακομίζει συνεχώς για να γλιτώσει, «γέννησαν» το μένος του Νίκου απέναντι στις Αρχές και στους ένστολους. Όταν δε άρχισαν να κυνηγούν τον ίδιο, λόγω του αριστερού παρελθόντος του πατέρα του, και να τον τραβολογούν κάθε τόσο στην Ασφάλεια, αλλά και να τον κακομεταχειρίζονται, το μίσος μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Μάλιστα, κάποια στιγμή, αστυνομικοί είχαν ζητήσει από τον «συνήθη ύποπτο», Νίκο, να γίνει χαφιές, αλλά ο Νίκος αρνήθηκε. Ο ίδιος, πάντως, θεωρούσε πως οι αστυνομικοί που διασκέδαζαν το μοιραίο βράδυ στη «Νεράιδα» τον είχαν αναγνωρίσει και γι’ αυτό παρενόχλησαν την παρέα του.

Ο Νίκος Κοεμτζής και ο αδελφός του Δημοσθένης Κοεμτζής στο δικαστήριο.Ο Νίκος Κοεμτζής και ο αδελφός του Δημοσθένης Κοεμτζής στο δικαστήριο. ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ο Νίκος Κοεμτζής στην ανάκρισή του υποστήριξε πως θόλωσε το μυαλό του από το ποτό και την προσβολή, ενώ νόμιζε ότι θα σκότωναν τον αδελφό του. Αν και ο συνήγορος υπεράσπισής του υποστήριξε ότι ο Νίκος έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα, οι δικαστές απέρριψαν το αίτημα να εξεταστεί από γιατρό. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο και επτά σε ισόβια και ο αδελφός του, Δημοσθένης, σε τρία χρόνια φυλάκιση. Η δίκη του Νίκου ολοκληρώθηκε τρεις μέρες πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και για σχεδόν τρία χρόνια, ζούσε με το ενδεχόμενο της εκτέλεσης του. Ωστόσο, με την κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα, ο Κοεμτζής δεν εκτελέστηκε και μεταφέρθηκε ως ισοβίτης από τις φυλακές της Αλικαρνασσού στην Κέρκυρα. Έμεινε στη φυλακή για 23 χρόνια, όπου έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και τον Μάρτιο του 1996 αποφυλακίστηκε από το δικαστικό συμβούλιο Πάτρας υπό όρους. Έκτοτε ζούσε πουλώντας το βιβλίο με την αυτοβιογραφία του σε διάφορα σημεία στο κέντρο της Αθήνας, έξω από τα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων και στην πλατεία στο Μοναστηράκι.

Αποφυλάκιση Νίκου ΚοεμτζήΑποφυλάκιση Νίκου Κοεμτζή EUROKINISSI

Στις 23 Σεπτεμβρίου του 2011, ενώ βρισκόταν στο Μοναστηράκι και πουλούσε τα βιβλία του, καθισμένος στο μικρό ξύλινο τραπεζάκι του, ο Νίκος Κοεμτζής έπαθε έμφραγμα και λίγη ώρα μετά πέθανε από ανακοπή, στα 73 του χρόνια. «Πέθανε από την αφαγία και τη ζέστη», είπε ο Γιώργος Λιάνης, πρώην βουλευτής και υπουργός, και φίλος του Νίικου, με τον οποίο είχαν έρθει πολύ κοντά, όταν ακόμα ήταν στη φυλακή στην Κέρκυρα και ο ίδιος δούλευε ως δημοσιογράφος στα «Νέα». Και μια περίεργη σύμπτωση: σχεδόν μια βδομάδα μετά, αρχές Οκτωβρίου του 2011, πέθανε ο σκηνοθέτης της «Παραγγελιάς!», Παύλος Τάσιος.

 

Advertisements

Γιώργος Μπουζιάνης: H ιστορία του σημαντικότερου Έλληνα εξπρεσιονιστή

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΥΖΙΑΝΗΣ

της Μαρία Μέμο / maxmag.gr / 10.2.2019

Υπάρχουν κάποιες φορές που ενώ ζεις χρόνια ολόκληρα σε μια περιοχή δεν την έχεις εξερευνήσει όσο θα έπρεπε. Κάνοντας, λοιπόν, μια βόλτα στους δρόμους της περιοχής όπου κατοικώ μόνιμα για περισσότερα από 20 χρόνια βρέθηκα μπροστά σε δύο εντυπωσιακά κτίρια στην οδό Μπουζιάνη 27-31. Επρόκειτο για το Πολιτιστικό Κέντρο «Γιώργος Μπουζιάνης» και το Σπίτι – Μουσείο, όπου έζησε και δημιούργησε τα έργα του ο διεθνής αναγνωρισμένος ζωγράφος.

(περισσότερα…)

Έφυγε από τη ζωή ο ηθοποιός Γιώργος Τζώρτζης. Η σχέση του με τον Δήμο Δάφνης

Γιώργος ΤζώρτζηςΤην τελευταία του πνοή άφησε την Δευτέρα 11/1/2019, σε ηλικία 81 ετών, ο δημοφιλής ηθοποιός Γιώργος Τζώρτζης.

Γεννημένος στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 1938 πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1960 και στον κινηματογράφο το 1961.

Στην τηλεόραση πρωτοεμφανίστηκε στον «Άγνωστο πόλεμο», αργότερα στη «Λάμψη» παίζοντας τον αρχηγό της Αστυνομίας, και συνέχισε με τις «Μάγισσες της Σμύρνης» και τα «Ματωμένα Χώματα» (2008), συμπρωταγωνιστώντας με την Άννα Συνοδινού.

Είχε παντρευτεί με την επίσης ηθοποιό Τόνια Καζιάνη, με την οποία γνωρίστηκαν στα γυρίσματα της ταινίας «Ένας Γερμανός στα Καλάβρυτα» και είχαν αποκτήσει μια κόρη, την Ευγενία. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 δημιούργησαν δικό τους θίασο, ανεβάζοντας σημαντικά έργα του διεθνούς ρεπερτορίου.

Τα παραπάνω είναι πιστεύουμε στους περισσότερους γνωστά. Κάτι το οποίο όμως δεν είναι αρκετά γνωστό, είναι ότι ο Γιώργος Τζώρτζης, μέρος των παιδικών – εφηβικών του χρόνων τα έζησε στην Δάφνη.
Ηταν μαθητής του 1ου δημοτικου σχολειου και κάποιοι από τους αναγνώστες μας ίσως έχουν ακούσει τους γονείς ή τους παππούδες τους να αναφέρονται στα παιχνίδια που επαιζαν μαζι του στην οδό Αντιγόνης και στους πέριξ δρόμους του Δήμου μας.
photo peristerinews.gr

 

 

Πήγαινε στη Δάφνη για τα «Αληθινά Έργα» του Γιώργου Μπουζιάνη. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ

του Στέφανου Τσιτόπουλου|Athens Voice |30.10.2018

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΟΥΖΙΑΝΗΤο σπίτι του ζωγράφου Γιώργου Μπουζιάνη βρίσκεται στη Δάφνη. Μικρό, σαν σπιρτόκουτο. Κι όμως, εδώ, εντός του, ο Μπουζιάνης έζησε, δούλεψε, στοίβαξε το νοικοκυριό του, όπως το μετέφερε από τη Γερμανία πίσω στην πατρίδα, αλλά και τους άπειρους πίνακες που ζωγράφισε ως το τέλος του.

Υποσημείωση: πιστεύοντας στην υπόσχεση του ελληνικού κράτους πως θα τον χρίσει καθηγητή στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, κάτι που δεν έγινε ποτέ, αλλά και νιώθοντας πως κινδυνεύει από τους ναζί, ο Μπουζιάνης αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Γερμανία. Οι καιροί ήταν επικίνδυνοι και για την τέχνη του και για τη σωματική του ασφάλεια. Οι ναζί κυνηγούσαν την «έκφυλη και ακόλαστη Βαϊμάρη» προτάσσοντας το γνωστό μοντέλο περί «καθαρότητας» όχι μόνο στο αίμα των ανθρώπων αλλά και στην «ηθική» της τέχνης. Ο ήδη ευπώλητος αλλά και αναγνωρισμένος από γκαλερί, συλλέκτες και ειδικούς Μπουζιάνης κινδύνευε με πογκρόμ. Αναπόφευκτα, επομένως η επιστροφή στην Ελλάδα, ή η μετοίκηση για κάπου αλλού, ήταν επιβεβλημένη. Απλώς η επιλογή του να επιστρέψει στον τόπο του αποδείχτηκε λανθασμένη. Αν φερ’ ειπειν ο Μπουζιάνης διάλεγε να φύγει στην Αμερική, πιθανότατα να είχε γίνει αυτό που έγραψε κάποτε ο ιστορικός τέχνης Χάρης Καμπουρίδης: «Ο μεγάλος αυτός ζωγράφος έφτασε σε κατακτήσεις προδρομικές για τη δυτικοευρωπαϊκή τέχνη ως σύνολο, προεξαγγέλλοντας πράγματα που θεωρούνται κυρίως του μεταπολεμικού αφηρημένου εξπρεσιονισμού της Βορείου Αμερικής. Η ανασύνθεση, λόγου χάρη, της φιγούρας μετά τον ακρωτηριασμό της, γίνεται πολύ πριν από τον Ντε Κούνιγκ. Ο ελεύθερος γραφισμός του χεριού πριν από τον Πόλοκ. Και ο διάλογος των σκούρων χρωματικών πλάνων πριν από τον Ρόθκο. Αυτές οι επιτεύξεις του Μπουζιάνη μπορούν αναμφίβολα να τον εντάξουν ανάμεσα στους μεγάλους της δυτικής τέχνης».

Το ατελιέ στο σπίτι στη Δάφνη, 1959. Από τη συλλογή φωτογραφιών του αρχείου Ε.Κ & Αρχείο Μπουζιάνη.

Πίσω στο μικρό σπίτι του Μπουζιάνη στη Δάφνη! Βρίσκομαι εδώ για την έκθεση «Αληθινά Έργα», μετά από πρόταση της επιμελήτριας Ελένης Κυπραίου. Για πρώτη φορά παρουσιάζονται εδώ δυο πρώιμα πορτρέτα και ένα πρωτοεμφανιζόμενο τοπίο, πέντε σημαντικές ελαιογραφίες της ύστερης περιόδου του καλλιτέχνη, δύο ακουαρέλες και πέντε σπάνια σχέδια. Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 25 Νοεμβρίου και είναι μια πρόγευση, προάγγελος των εκδηλώσεων που πρόκειται να διοργανωθούν το 2019, προκειμένου να τιμηθούν τα 60 χρόνια από τον θάνατο του ζωγράφου. Θα μπορούσε βέβαια ο ανεξοικείωτος επισκέπτης να τα εκλάβει και σαν ένα είδος εισαγωγής στην έρευνα που πραγματοποιείται στο μουσείο για τον μέγα εξπρεσιονιστή μετρ. Άτυχος εν ζωή, σε σύγκριση με το μέγεθός του, ο Μπουζιάνης μετά θάνατον «ευτύχησε» να υπάρχει εσαεί στην Αθήνα, χάρη στις επίπονες προσπάθειες του Δήμου Δάφνης-Υμηττού, που εκμεταλλευόμενος ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ δυο εκατομμυρίων οχτακοσίων ευρώ, δημιούργησε το Πολιτιστικό Κέντρο «Γιώργος Μπουζιάνης». Έτσι το σπίτι και το μουσείο, συνθέτουν ένα τοπόσημο αλλά και μια μπουζιάνεια κιβωτό ζώσας μνήμης.

Γυναίκα όρθια
Γυναίκα
Υπογραφές

Γιατί όμως «Αληθινά Έργα»; Μία εξήγηση θα μπορούσε να είναι και αυτό που μας λέει η Ελένη Κυπραίου: Είναι γεμάτη η αγορά με πλαστούς Μπουζιάνηδες. Αλλά και γιατί, όπως κάποτε δήλωσε ο ζωγράφος, το αληθινό της τέχνης του δεν ήταν παρά η αρμονική σύζευξη ενστίκτου, συναισθήματος, και νόησης. Ώστε το αποτέλεσμα που επιβάλλεται να προέχει, είτε είναι άνθρωπος, είτε ζώο, είτε αντικείμενο, να δημιουργεί την αλήθεια, άρα και το αληθινό έργο: «Το θέμα δεν παίζει κανένα ρόλο στη ζωγραφική, αλλά το τι θα βγάλεις από το θέμα. Όχι το πώς θα το δεις, αλλά το πώς θα το ζήσεις. Όλα μιλούν σε εκείνον που ξέρει να ακούσει». Φανταστείτε όμως το πώς ακούγονταν όλα αυτά το 1934, που ο Μπουζιάνης έρχεται στην Ελλάδα. Ή και δέκα χρόνια μετά τον πόλεμο και τον Εμφύλιο, το 1949, στην πρώτη του έκθεση στον «Παρνασσό», που προκάλεσε αίσθηση και στους φιλότεχνους, και στην αστυνομία. Που τον κάλεσε να τους εξηγήσει γιατί ακρωτηριάζει τις φιγούρες του. Απολογήθηκε, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά πήρε κι ένα καλό μάθημα για τα δεινά που τραβούν όσοι δεν υπηρετούν πνεύμα καθαρής «ελληνικότητας» κομίζοντας δαιμόνια μοντερνισμού! Ποιος; Αυτός που το 1930 διαβάζει όσα του αφιερώνει ο Hans Nachod, ένας από τους εγκυρότερους κριτικούς τέχνης: «Τα πορτρέτα του θα ενσαρκώνουν στις μελλοντικές γενιές με ιδιαίτερη ανθρωπιά και σαφήνεια τους ανθρώπους της εποχής μας».

Γυναίκα με πέπλο
Σκυφτή γυναίκα
Καθιστή γυναίκα, ακουαρέλα

Ανθρωποκεντρικός μεν, μα απόλυτα ελεύθερος ως προς την απεικόνιση του υποκειμένου. Προσανατολισμένος σε μια σύλληψη όπου ο άνθρωπος καταλαμβάνει τον χώρο, παίρνοντας με τη στάση του σώματός του ακόμα και τη θέση των επίπλων. Ο Μπουζιάνης συναξάρει το μέλλον. Το προαγγέλλει, απελευθερώνοντας τη ζωγραφική. Καταβυθίζεται στην ψυχή των υποκειμένων του, δημιουργώντας ένα προσωπικό ολότελα στιλ. Αφαίρεση του χώρου, μετέωρες μορφές, το νόημα των πραγμάτων είναι το ζητούμενο. Ευθείες ή μετωπικές στάσεις, παρακμή του σώματος αλλά και την ίδια στιγμή δίπλα στη θλίψη του εκφυλισμού λόγω γήρατος η αιώνια ομορφιά των κορμιών. Αυτά τα κοντράστ! Ευγενικά χαρακτηριστικά, η κούραση του χρόνου, η παλιά σαγήνη που εξατμίζεται. Παρά το αναπότρεπτο της θλίψης και της απώλειας, η ματιά μένει πάντα έντονη, η ψυχή παράγει τον σπινθήρα.

Καθιστή γυναίκα, 60 X 48, χωρίς πλαίσιο
Σύνθεση, μολύβι

Είναι η πρώτη μου φορά εδώ στη Δάφνη. Στο σπίτι που έζησε και δημιούργησε. Εδώ που μαζί με τη γυναίκα του Ρία φύτεψαν στην αυλή έναν ευκάλυπτο, όπου στη σκιά του έπιναν τον καφέ τους. Είχαν μεγάλη αγάπη για αυτό το δέντρο, που όμως οι ρίζες του μεγαλώνοντας απειλούσαν τα πλαϊνά σπίτια. Με παρέμβαση πάλι της αστυνομίας ο ευκάλυπτος κόπηκε. Αναστατωμένος ο Μπουζιάνης έφυγε από το σπίτι. Πρώτη μου φορά σε έναν τόπο και μια γειτονιά – από εδώ θα φύγει και από τη ζωή. Όταν πέθανε, η Ρία άναψε όλα τα φώτα για να λάμψουν οι πίνακες. Και στους φίλους που πρόστρεξαν για να την παρηγορήσουν, έλεγε δείχνοντας τα έργα πως «ο Μπουζιάνης δεν πέθανε, ο Μπουζιάνης ζει».

Τα πρώτα χρόνια στο Μόναχο του Γ. Μπουζιάνη.
Αρχείο Ε. Κυπραίου & Μουσείο Μπουζιάνη

Το βλέμμα μου μαγνητίζεται από έναν πίνακα που από όποια γωνία κι αν τον βλέπω είναι φως φανάρι πως απεικονίζει μια γυναίκα. Η Ελένη Κυπραίου με μυεί στην ιστορία του: «Είναι η Λίζα Κόττου. Έζησε μαζί της μια ερωτική θύελλα, έζησαν μαζί τέσσερα χρόνια. Η φυσιογνωμία της περιβάλλεται από μαύρη δαντέλα όπου σχηματίζονται μπλεγμένα τα ονοματεπώνυμά τους, το δικό της και το δικό του». Πιο πέρα ένα αυτοπορτρέτο του Μπουζιάνη. Σε νεαρή ηλικία. Έργο οιωνός για τη μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Μια ανήσυχη μορφή που κοιτάζει το μέλλον περισσότερο με τα μάτια της ψυχικής παρόρμησης.

Ξαπλωμένη γυναίκα – Λίζα Κόττου

Πενήντα χρόνια μετά, στη διπλανή αυτοπροσωπογραφία του και πάλι, αλλά με μελάνι, ο εσωτερικός ψυχισμός του αποδίδεται μονοκοντυλιά. Ο σκεπτόμενος, τσακισμένος Μπουζιάνης. Η αδελφή του ζωγράφου, έργο της σπουδαστικής του περιόδου, μοιάζει σαν φύλακας ενός μελαγχολικού βωμού, αθώα, τρυφερή μα και ευάλωτα ευαίσθητη.

Πορτρέτο της αδελφής του ζωγράφου

Παρατηρώ εκστατικά, και αδύνατον να κρύψω τον ενθουσιασμό μου, το «Χιονισμένο Τοπίο». Πίνακας που παρουσιάζεται για πρώτη φορά, αφού ανακαλύφθηκε από Έλληνα ιδιώτη συλλέκτη στη Γερμανία. Ο ιμπρεσιονιστής Μπουζιάνης, όπου ένα 10% της εργογραφίας του, όπως έγραψε ο Δ. Δεληγιάννης, περιλαμβάνει και τοπιογραφίες. Πριν δηλαδή ασπαστεί τον εξπρεσιονισμό. Πριν τις μεταλλάξεις του ιδίου αλλά και του κινήματος. Ηθικός, μεταφυσικός, με ζεστή «χωμάτινη» παλέτα χθόνιων τόνων, που μοιάζει σαν να αιωρούνται μεταξύ γης και αέρινης ύπαρξης, ο Μπουζιάνης των «Αληθινών Έργων» μοιάζει να ζωγραφίζει υπό την επήρεια των ζωηρών και ρεόντων ήχων του Μπετόβεν που τόσο αγαπούσε. Μέμνησο ποιητή Νίκο Καρούζο: «Ο Μπουζιάνης είναι ο πιο ανθεκτικός Έλληνας ζωγράφος, στην όποια αντιπαράθεσή μας με τα θηρία της ζωγραφικής του 20ου αιώνα».

Χιονισμένο Τοπίο

Αναχωρώντας από τη Δάφνη, και θερμοευχαριστώντας την Ελένη Κυπραίου – αλήθεια, πώς φωτίζονται τόσο όμορφα οι εκθέσεις όταν δίπλα σου κάποιος ειδικός, όπως εκείνη, σου αποκωδικοποιεί λεπτομέρειες και τις εμπλουτίζει με ιστορίες και παρατηρήσεις κομβικής σημασίας- στην Αθήνα έκανε βράδυ. Τα φώτα των μεγάλων λεωφόρων στον δρόμο για το σπίτι λαμπύριζαν σαν να έμπαιναν μέσα από τις ρωγμές μιας νύχτας ενδοσκοπικής. Ενδόμυχης και πρωτογενώς αρχετυπικής ως προς την ποιότητά της: η πόλη σαν το κορμί μιας γυναίκας που ειδικά τα σαββατόβραδα διεκδικεί και παλεύει να ζήσει αιώνια ή έστω ως την Κυριακή το πρωί. Κάτι είναι κι αυτό.

Γ. Μπουζιάνη 27 – 31, Δάφνη

Ωράριο λειτουργίας: 12:00 – 19:00

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 210 9028455

Ξαπλωμένο κορίτσι με ροζ κορδέλα

 

Από το τυροπιτάδικο στη Δάφνη, «Γρηγόρης» και στις Μπαχάμες

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΙΚΡΟΓΕΥΜΑΤΑNews.gr, της Ελένης Λογοθέτη

Το 1972, ο κύριος Γρηγόρης Γεωργάτος άνοιξε ένα μικρό τυροπιτάδικο στη Δάφνη και του έδωσε το όνομά του. Το «Γρηγόρης» έγινε διάσημο στην περιοχή, μετά σε ολόκληρη την Αθήνα και σήμερα, μετά από 45 χρόνια και πολλά σκαμπαναβέσματα, η εταιρία διαθέτει περισσότερα από 315 καταστήματα σε Ελλάδα, Κύπρο, Γερμανία και Μπαχάμες, έχει στο βιογραφικό της πολλά βραβεία ενώ καταλαμβάνει την 8η θέση στην Ευρωπαϊκή κατάταξη με τις μεγαλύτερες αλυσίδες καφέ. (περισσότερα…)

23/10/2017 : 58 χρόνια από το θάνατο του Γιώργου Μπουζιάνη.

Γερμανός στην Ελλάδα, Έλληνας στη Γερμανία ο Μπουζιάνης υπήρξε η ψυχή του ελληνικού εξπρεσιονισμού
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μουσείου Μπουζιάνη, Φοίβος Κυπραίος, και ο ιστορικός τέχνης Γιώργος Μυλωνάς μιλούν στο Lifo.gr για τον μεγάλο εξπρεσιονιστή που πεθαίνει στις 23 Οκτωβρίου 1959.
της ΚΟΡΙΝΑ ΦΑΡΜΑΚΟΡΗ 23.10.2017 / Lifo.gr
Γιώργος Μπουζιάνης γεννήθηκε το 1885 στην Αθήνα και σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών από το 1897 μέχρι το 1906. Το 1907 πηγαίνει να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Τεχνών του Μονάχου. Εκεί θα ζήσει μέχρι το 1934, εκτός από την περίοδο 1929-1932, που μετακομίζει στο Παρίσι με τη γυναίκα και τον γιο του. Η άνοδος του ναζισμού θα τον αναγκάσει να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου αντιμετωπίζεται σχεδόν εχθρικά από τους καλλιτεχνικούς κύκλους. Μετά τον θάνατό του το σπίτι του αγοράστηκε από τον Δήμο Δάφνης και σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Ο Φοίβος Κυπραίος αφηγείται: «Απ’ ό,τι διαβάζουμε στη συνέντευξη που έδωσε στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, τον Μάρτιο του ’57 (Αρχείο Μουσείου Μπουζιάνη) ο ζωγράφος αναφέρει ότι είχε «εργαστεί αρκετά χρόνια μετά τα ακαδημαϊκά νατουραλιστικά» με δασκάλους τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Κωνσταντίνο Βολανάκη, τον Γεώργιο Ροϊλό, τον Δημήτρη Γερανιώτη και βρισκόταν στον ιμπρεσιονισμό. «Πίστευα ότι θα έμενα εκεί» λέει χαρακτηριστικά. Είχε πάρει δηλαδή τις κατευθυντήριες της Σχολής του Μονάχου και επεξεργαζόταν το ρηξικέλευθο κύμα του ιμπρεσιονισμού. Φαίνεται ότι εκεί, γύρω στο 1917, ανικανοποίητος και ανήσυχος, αναζητά μια νέα έκφραση που ο ίδιος δεν γνωρίζει ότι λέγεται εξπρεσιονισμός.

Ακόμα και οι ερωτικές του σκηνές με ζευγάρια προκαλούν εντύπωση. Δεν περιγράφει αλλά κάνει ενδοσκόπηση, επιχειρώντας να ξεγυμνώσει τον ψυχισμό του προσώπου. Ξεπερνά τις φόρμες, τα σχήματα και, εντέλει, τα μοντέλα τού μοιάζουν, καθώς αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Μπουζιάνης∙ αυτός είναι από πίσω κι εκεί «ζωγραφίζεται».

Για την ιστορία, το «αποφοιτήριο» της σχολής, με ημερομηνία 5 Μαΐου 1908, αναφέρει ότι ο Μπουζιάνης γράφτηκε στο Μητρώο της Σχολής Καλών Τεχνών στις 7 Δεκεμβρίου 1897 με αύξοντα αριθμό 98 και αποφοίτησε με βαθμό 7,68/10. Συμφοιτητής του τα τρία τελευταία χρόνια στη Σχολή της Αθήνας ήταν ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Ξαναβρίσκονται στο Μόναχο, όπου ο Ντε Κίρικο παραμένει από το 1906 έως το 1908. Αρκετά χρόνια αργότερα ο Ιταλός ζωγράφος επισκέπτεται την έκθεση του Μπουζιάνη και ενθουσιάζεται. Ο Μπουζιάνης, στο τετράδιο με τους αφορισμούς, μας πληροφορεί ότι συναντιέται με τον Ντε Κίρικο στις 14 Μαΐου 1931 στο Μονπαρνάς, στο καφέ Ντομ και γράφει: » Ύστερα από 23 χρόνια ξαναείδα τον νεανικό μου φίλο Τζόρτζιο ντε Κίρικο (…) ξέρω ότι τα βλέμματά μας αλληλοαιχμαλωτίστηκαν. Βαθιά, πολύ βαθιά ήταν αυτή η στιγμή».

Ο Μπουζιάνης με τον γιο του γύρω στα 1920-1922 στο Αϊχενάου του Μονάχου.

Ο Μπουζιάνης με τον γιο του γύρω στα 1920-1922 στο Αϊχενάου του Μονάχου.

Ο Μπουζιάνης δεν αντιλήφθηκε ότι έγινε εξπρεσιονιστής, «μοντέρνος» όπως λέει κι ο ίδιος. » Ήρθε από μόνο του, από μια εσωτερική ανάγκη» συνεχίζει. Τυχαία, μια μέρα στο Μόναχο, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο τις αγριοκαστανιές, είδε ένα κιτρινοπράσινο φύλλο που τον συγκίνησε. Του φάνηκε συμβολικό, μπήκε στο ατελιέ και ζωγράφισε μια αυτοπροσωπογραφία με φύλλο στο χέρι. Εξέθεσε δεκαέξι «τέτοια σαν πορτρέτα», όπως τα αποκαλεί, στην γκαλερί Ritlaler στο Μόναχο το 1924 και οι καλές κριτικές τον ενέταξαν ερήμην του στους εξπρεσιονιστές. Ο Μπουζιάνης, ολοκληρωμένος ήδη καλλιτέχνης, πηγαίνει στο Παρίσι από το 1929 έως το 1932 με έξοδα του σπουδαίου γκαλερίστα Μπάρχφελντ, που του είχε κλείσει συμβόλαιο συνεργασίας το 1927 μετά τη μεγάλη του έκθεση στο Μουσείο του Κρέμνιτς. Στη ζωγραφική του δεν γίνονται μεγάλες αλλαγές. Προστίθενται νέα στοιχεία, όπως πιο έντονο χρώμα – μπαίνει το κόκκινο στις ακουαρέλες και το παχύ περίγραμμα στα λάδια.

Η συμπεριφορά του, ο κύκλος του και οι συναναστροφές του δείχνουν πως εκτιμούσε τους Γερμανούς σύγχρονούς του, όπως ο επιστήθιος φίλος του Waldmüller, ο Maly, o Schwemmer, ο Hugo Becker, ο Μax Liebermann, αλλά και τον Απάρτη, μαζί με τον οποίο εκθέτει στην Biennale της Βενετίας το 1950. Ο Γιώργος Γουναρόπουλος, ο Καπράλος, η Κατράκη, ο Διαμαντόπουλος, η Πολυχρονιάδη, που οργάνωσε και την έκθεση στον Παρνασσό, και όλοι όσοι συνέθεσαν την ομάδα της «έντιμης πενίας», οι καλλιτέχνες που, παρότι πάμφτωχοι, ουδέποτε έχασαν το υψηλό τους φρόνημα, είναι εκείνοι που εκτιμάει. Πρόκειται γι’ αυτούς που η πορεία του φυσικού τους βίου διακρίνεται από απλότητα, σκληραγωγία, αυτοδιάθεση. Που προσπαθούν να είναι αυτάρκεις, απελευθερωμένοι από τις μεταβολές της τύχης και άλλων απειλητικών προς αυτούς δυνάμεων. Με κέντρο βάρους της ηθικής στο άτομο, πέρα από θεσμούς, κανόνες παρορμήσεις, δόξα και απολαύσεις. Όσοι τον έζησαν θυμούνται να λέει πως μεγάλος Έλληνας ζωγράφος ήταν ο Παρθένης.

Αυτοπροσωπογραφία, 1905

Αυτοπροσωπογραφία, 1905

Το 1934 πουλά το ιδιόκτητο σπίτι-ατελιέ στο Eichenau έξω από το Μόναχο και τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου έρχεται στην Αθήνα. Όχι μόνο γιατί με την άνοδο του Χίτλερ απειλείται η μοντέρνα τέχνη. αλλά και για να πάρει την έδρα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, σύμφωνα με επίσημη κυβερνητική υπόσχεση από τον πρεσβευτή στο Βερολίνο Αλέξανδρο Ρίζο-Ραγκαβή. Η έδρα ουδέποτε του δόθηκε. Ο Μπουζιάνης μένει κατάπληκτος από την αθέτηση των υποσχέσεων αλλά και την υποδοχή που του επιφυλάσσουν οι Έλληνες συνάδελφοί του στην έκθεση στον Παρνασσό το 1949.

Είναι απογοητευμένος, φτωχός, παραγνωρισμένος, ζει την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη μετακατοχική περίοδο στο ταπεινό σπίτι στη Δάφνη, τότε Κατσιπόδι. Η ζωγραφική του διαφοροποιείται, η ήδη βεβαρημένη και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα των έργων του φορτίζεται ακόμα περισσότερο. Η ταυτότητα των μοντέλων του καταργείται. Χωρίς χαρακτηριστικά, χωρίς βλέμμα, χωρίς χέρια, οι φιγούρες του αγγίζουν την αφαίρεση. Μ’ αυτό τον τρόπο διαφοροποιείται και απελευθερώνεται από κάθε είδους κυριαρχία ρευμάτων και κινημάτων», υποστηρίζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μουσείου Μπουζιάνη.

Ξαπλωμένη γυναίκα, 1927

Ξαπλωμένη γυναίκα, 1927

O Γιώργος Μυλωνάς δείχνει να συμφωνεί και επικαλείται μια φράση του ίδιου του Μπουζιάνη: «»Με λένε εξπρεσιονιστή γιατί δεν μπορούν να τοποθετήσουν σε καμία από τις γνωστές τεχνοτροπίες την εργασία μου. Θα μπορούσα να πω πως το έργο μου είναι ο ίδιος ο εαυτός μου. Μια εσώτερη, βαθύτερη ανάγκη με έκανε να εκδηλώνομαι με αυτό τον τρόπο στον μουσαμά». Σε αυτή την παραδοχή του Μπουζιάνη μπορούμε να δούμε την ουσία της ζωγραφικής του. Ξεπερνώντας την ασφάλεια του ακαδημαϊκού ρεαλισμού, στον οποίο θήτευσε τα χρόνια της σπουδής στη φημισμένη τότε σχολή του Μονάχου, ο ζωγράφος αναζήτησε στα εικονογραφικά ρεύματα της εποχής –κυρίως, στην ομάδα της Νέας Σετσεσιόν (secession = αποστασία, αποχωρισμός) των Νόλντε και Κοκόσκα, της οποίας διετέλεσε μέλος– τον τρόπο να εκφράσει τον δικό του κόσμο. «Ζήταγα κάτι να βρω που θα μου έδινε μια εσωτερικότητα, μια έκφραση, πράγμα που δεν μου έδινε ο ιμπρεσιονισμός και λιγότερο ο νατουραλισμός. Αυτό μου δημιουργούσε μια κατάσταση όλο ανησυχίες γιατί έμενα ανικανοποίητος». Το γεγονός ότι ο Μπουζιάνης, πρώτος από τους Έλληνες συναδέλφους του, είχε το θάρρος να μεταπηδήσει σε μια ανεικονική σχεδόν παράσταση μπορεί να είναι σημαντικό για την ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνη, αλλά δεν είναι ακριβώς η ουσία» διευκρινίζει ο ιστορικός τέχνης. «Η απόπειρα να αρπάξει τη στιγμή, το φευγαλέο που έχει ο κόσμος, όχι μόνο η ανθρώπινη μορφή αλλά και η στιγμιαία αίσθηση του τοπίου, αποδόθηκε με ένα βλέμμα ολότελα δικό του. Ακόμα και οι ερωτικές του σκηνές με ζευγάρια προκαλούν εντύπωση. Δεν περιγράφει αλλά κάνει ενδοσκόπηση, επιχειρώντας να ξεγυμνώσει τον ψυχισμό του προσώπου. Ξεπερνά τις φόρμες, τα σχήματα και, εντέλει, τα μοντέλα τού μοιάζουν, καθώς αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Μπουζιάνης∙ αυτός είναι από πίσω κι εκεί «ζωγραφίζεται». «Ξέρω ότι είμαι εγώ αυτός που φορά αυτό το περίβλημα» εξηγεί, εννοώντας αυτά που ζωγραφίζει, και συμπληρώνει «ένα μόνο θέλω να μάθω: τι δεν είμαι»».

«Τα έργα του έχουν γίνει γνωστά γιατί απεικονίζουν τον κυκλώνα της ανθρώπινης φύσης, όμως, όπως πολύ συγκινητικά γράφει ο φίλος και γιατρός του Θάνος Κωνσταντινίδης, ποτέ δεν μειώνουν, δεν παραμορφώνουν, δεν ασχημαίνουν την ανθρώπινη ψυχή. Και είναι αλήθεια ότι ο Μπουζιάνης ακολουθούσε πάντα τη δική του εσωτερική αναγκαιότητα, μια ατέλειωτη, ενδόμυχη, λυτρωτική πράξη αυτοανάλυσης. Αναζητά μονίμως τα πρωτογενή αρχετυπικά σχήματα. Το παροξυντικό του σχέδιο και η χειρονομιακή βιαιότητα απαλλάσσουν την προσωπογραφία από την περιγραφή. Μοχθεί, στερείται, διεκδικεί, δημιουργεί ενάντια σε κάθε συμβατική κατεύθυνση. Αναγνωρίστηκε εγκαίρως στη Γερμανία, συμμετέχοντας σε κινήματα και μεγάλες εκθέσεις της εποχής σε γκαλερί και μουσεία. Η άνοδος του ναζισμού και το γεγονός ότι τον κατέταξαν στους «εκφυλισμένους καλλιτέχνες» ανέτρεψαν την πορεία του. Ξεχάστηκε γιατί η πολιτιστική πολιτική της Ελλάδας δεν φρόντισε να αναζητήσει έργα του σε συλλογές του εξωτερικού, να συντονίσει διεθνείς εκθέσεις που θα ανακινούσαν το ενδιαφέρον των συλλεκτών ή του μέσου Γερμανού φιλότεχνου που πιθανόν έχει έργα Μπουζιάνη στην κατοχή του» τονίζει ο Φοίβος Κυπραίος και συμπληρώνει: «Στην Ελλάδα είναι μοναδικός. Εξπρεσιονισμός στην Ελλάδα είναι ο Μπουζιάνης».

Αυτοπροσωπογραφία, 1913

Αυτοπροσωπογραφία, 1913

Σύνθεση, 1950-58

Σύνθεση, 1950-58

Ξαπλωμένη γυναίκα, 1930

Ξαπλωμένη γυναίκα, 1930

Ξαπλωμένη γυναίκα, 1919

Ξαπλωμένη γυναίκα, 1919

Ξαπλωτή γυναίκα, περ. 1958

Ξαπλωτή γυναίκα, περ. 1958

Νεκρή φύση, περ. 1939

Νεκρή φύση, περ. 1939

Αγόρι στο ύπαιθρο, 1927

Αγόρι στο ύπαιθρο, 1927

 

 

Κλίμα συγκίνησης στην εκδήλωση των Αρκάδων Δάφνης Υμηττού (φωτο, video)

ΑΡΚΑΔΕΣ ΔΑΦΝΗΣ ΥΜΗΤΤΟΥ 1.10.2017

Σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο συγκινησιακά, αλλά και χαρούμενο ταυτόχρονα κλίμα, πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017, στην Πλατεία Δημαρχείου Δάφνης, η μουσικοχορευτική εκδήλωση των Αρκάδων Δάφνης Υμηττού «Ιστορίες και συμβολισμοί στο δημοτικό τραγούδι».

Μία ξεχωριστή εκδήλωση, αφιερωμένη σε έναν ξεχωριστό Άνθρωπο τον ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΠΙΣΙΜΙΣΗ.

Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η στιγμή, όταν ο Σύλλογος Αρκάδων επίδωσε τιμητική πλακέτα στην οικογένεια του Γιάννη του Πισιμίση, αναφέροντας χαρακτηριστικά : (περισσότερα…)

Ένα χρόνο, μακριά μας …

pisimis4Συμπληρώνεται σήμερα ένας χρόνος από την αναπάντεχη αναχώρηση του Ιωάννη Πισιμίση.

Ήταν μεσημέρι της 20ης Ιανουαρίου 2016, ημέρα Τετάρτη, όταν ο ξεχωριστός αυτός ΑΝΘΡΩΠΟΣ άφησε τα επίγεια και τα φθαρτά, και πήρε το δρόμο για μια θέση στον παράδεισο που πραγματικά του ανήκει.

Δεν τα κατάφερε όμως να αναχωρήσει από κοντά μας.

Η μορφή του, το χαρακτηριστικό του χιούμορ, οι αφάνταστες ατάκες του, ο καλός του λόγος, η εντιμότητα, η απέραντη αγάπη, η βοήθεια, η καλοσύνη που πρόσφερε απλόχερα και ανιδιοτελώς σε όποιον βρέθηκε στο διάβα του και τόσα άλλα χαρίσματά του, σε πείσμα του θανάτου, θα μείνουν χαραγμένα σφιχτά σαν φυλαχτό στη καρδιά των ανθρώπων που είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε.

Το Σάββατο 14/1/2017 τελέστηκε στην εκκλησία της Παναγίας Θεοτόκου (Παναγίτσα) επί της Λεωφ. Βουλιαγμένης, το ετήσιο Μνημόσυνο, παρουσία πολλών συγγενών και φίλων.

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν θυμίζουν ελάχιστα πράγματα από την μεγάλη προσφορά του στο Δήμο μας.

Ως σημαιοφόρος του 1ου Δημοτικού Σχολείου Δάφνης στις 25/3/1961

1961 Παρέλαση 1ου Δ.Σ. Δάφνης

Ως Δημοτικός Σύμβουλος Δάφνης το 1978ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΗΜΟΥ ΔΑΦΝΗΣ ΤΟ ΕΤΟΣ 1978

Στην κοπή πίτας των Αρκάδων Δάφνης – Υμηττού «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» το 2013

 %ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%b1%ce%b4%ce%b5%cf%83-%ce%b4%ce%b1%cf%86%ce%bd%ce%b7%cf%83-%cf%85%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%84%ce%bf%cf%85

 

 

 

 

 

 

«Η ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΠΟΥΖΙΑΝΗ: ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ»

22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2016- 29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017

Μουσείο Μπουζιάνη, Γ. Μπουζιάνη 27-31, Δάφνη, 210 9028455, Fb: Μουσείο Μπουζιάνη

%ce%b3-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b6%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%b7%cf%83

Το Μουσείο Μπουζιάνη στη Δάφνη, σε συνεργασία με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Άνδρου- Ίδρυμα Β. & Ε. Γουλανδρή και σημαντικούς Έλληνες συλλέκτες, εγκαινιάζει την Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016 ώρα 8.00 μ.μ., την έκθεση «Η ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΠΟΥΖΙΑΝΗ: ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ».

Σκοπός της έκθεσης είναι να αναδειχτεί μέσα από ελαιογραφίες του Μπουζιάνη και των δασκάλων που τον επηρέασαν, η μετάβαση του καλλιτέχνη από τις κλασσικές επιρροές, στην αβεβαιότητα του σχήματος. (περισσότερα…)

Μίμης Φωτόπουλος 20.4.1913 – 29.10.1989. Ο Φωτόπουλος στο σανίδι του κινηματογράφου «ΝΑΝΑ» το καλοκαίρι του 1941 & η άγνωστη ιστορία της ζωής του

FAFLATAS

Χαρακτηριστικό σκίτσο του «μάγκα» Φωτόπουλου …μαζί με τον «φαφλατά» Λάμπρο Κωνσταντάρα…                Από το αρχείο του Ζατουνίτη φίλου μας Γιώργου Πισιμίση.

Σαν σήμερα, στις 29 Οκτωβρίου 1989, έφυγε από τη ζωή ο δημοφιλής κωμικός μας Μίμης Φωτόπουλος.

Ο Μίμης Φωτόπουλος, γεννήθηκε στη Ζάτουνα Γορτυνίας στις 20 Απριλίου 1913 και πέθανε ξαφνικά, από ανακοπή καρδιάς, στις 29 Οκτωβρίου του 1989, στην ηλικία των 73 χρονών.

Μια ζωή  «μάθημα ιστορίας» για τις νέες γενιές, γεμάτη χαρές αλλά και πίκρες, πείνα, φτώχια, δυστυχία, συλλήψεις, εξορία. (περισσότερα…)

Ο Μίμης Φωτόπουλος στο σανίδι του κινηματογράφου «ΝΑΝΑ» το καλοκαίρι του 1941 & η άγνωστη ιστορία της ζωής του

ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ«….Το καλοκαίρι του ’41 μαζευόμαστε ο Λεμός, η Γιατρά, η Γαρμπή, ο Χαραλαμπίδης, η Μεταξά, ο Καλλίδης, η Φανή Νικολαϊδου, ο Φύριος, ο Πούντας, εγώ και μερικοί άλλοι και στήνουμε τη σημαία μας στη “Νανά”, έναν κινηματογράφο της οδού Βουλιαγμένης. (περισσότερα…)

Πίσω στα παλιά …

Πόσοι από μας γνωρίζουμε ότι το δίκτυο «Γρηγόρης Μικρογεύματα» που απαριθμεί στις μέρες μας 270 καταστήματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Κύπρο, Αλβανία, Ρουμανία, Μπαχάμες) ξεκίνησε από ένα μικρό κατάστημα μικρογευμάτων, που άνοιξε το 1972 στην Δάφνη ο Γρηγόρης Γεωργάτος δίνοντάς του για τίτλο το μικρό του όνομα (Γρηγόρης) και τις υπηρεσίες του (μικρογεύματα).

Και για του λόγου το αληθές δες ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΙΚΡΟΓΕΥΜΑΤΑ

55 χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Μπουζιάνη

Bouzianis    Σαν σήμερα πριν από 55 χρόνια, τη νύχτα της 22ας προς 23ης Οκτωβρίου του 1959, άφησε την τελευταία του πνοή από χρόνια βρογχίτιδα και καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία 74 χρόνων, στο ταπεινό του σπιτάκι στην οδό Σουλίου 27 στη Δάφνη, ο εξπρεσιονιστής ζωγράφος Γεώργιος Μπουζιάνης. Ως ένα μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο ζωγράφο, παραθέτουμε άρθρο με τίτλο «Ησυχία, δουλεύει ο μπάρμπα Γιώργης…» της Γιούλης Επτακοίλη που δημοσιεύθηκε στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 17ης.10.2010. (περισσότερα…)

Μια περιπέτεια τριών αξιόλογων πινάκων ζωγραφικής σε χασαποταβέρνα της Δάφνης

Λόγω του εξαιρετικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει και για μας, αναδημοσιεύουμε αυτούσια την από 7/10/2014 ανάρτηση από το site ΖΑΤΟΥΝΑ NEWS (http://www.zatounanews.gr).

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ τριών ΠΙΝΑΚΩΝ ΚΑΙ Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΕΝΟΣ ΖΑΤΟΥΝΙΤΗ

Από το αρχείο της εφημερίδας «Ζάτουνα», θα παρουσιάσουμε την περιπέτεια τριών αξιόλογων πινάκων ζωγραφικής, γνωρίζοντας παράλληλα και τον σημαντικό καλλιτέχνη ζωγράφο, αλλά ακόμη περισσότερο όλα εκείνα τα αισθήματα που ένοιωθε ένας ζωέμπορας – ταβερνιάρης στη Δάφνη, για τον Ζατουνίτη πεθερό του, που του είχε δώσει προίκα το σπίτι του και του είχε κάνει δώρο αυτούς τους πίνακες, των οποίων αγνοούσε και αδιαφορούσε για την πραγματική τους αξία.

Πολύτιμη βοήθεια, σ’ αυτό το μικρό μας «ταξίδι» το παλιό δημοσίευμα του δημοσιογράφου Βασίλη Καββαθά, στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», πριν τρεις και… δεκαετίες, εποχή, κατά την οποία οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μας, ήταν όλοι τους ζωντανοί.

Ας πάρουμε το κουβάρι από την αρχή!

gsoulelesΓεώργιος Σουλελές

(περισσότερα…)

Μεγαλώνοντας στη Δάφνη

Ο Αντώνης Λουδάρος ανατρέχει στα παιδικά του στέκια.


» Όλοι οι παιδικοί φίλοι εκεί, στους δρόμους της Δάφνης. Συμμορίες τα καλοκαίρια, φωτιές του Άι-Γιαννιού, ατέλειωτα παιχνίδια. Ο Θανάσης, η Ελένη, η Βίκη, η Νανά και τόσοι άλλοι. Σινεμά στο καλοκαιρινό Ριρίκα (τώρα, πια, σινέ «Δάφνη»), να βλέπουμε ελληνικές ταινίες στη μεγάλη οθόνη. Μαγεία. Βουγιουκλάκη ή Καρέζη; Παπαμιχαήλ ή Καζάκος; Κι εγώ τις επόμενες μέρες να παίζω με τους φίλους αυτά που είδαμε. Και να τραγουδάμε τα τραγούδια που προσπαθούσαμε να μάθουμε γρήγορα απ’ έξω. (περισσότερα…)

Αρέσει σε %d bloggers: